Thursday, November 09, 2006

Πιανίστας σε μπουρδέλο


Μια παραφωνία σε γα-μήσσονα


Ο Ιάκωβος είχε πάντα ένα τσουλούφι πεσμένο μπροστά στα μάτια του. Πάντα. Στο ωδείο, η δασκάλα της ντικτέ, η κυρία Νταίζη, τον φώναζε 'μικρό μου τσουλουφάκι'. Αυτό βέβαια μέχρι να πάρει το πτυχίο του πιάνου. Μετά τον αποκαλούσε κύριο Βαρδούτση και φούσκωνε από υπερηφάνεια για τον ταλαντούχο πρώην μαθητή της.

Απόψε όμως το τσουλούφι έδειχνε να έχει τη δική του βούληση. Συνέχιζε να πέφτει μέσα στο αριστερό του μάτι, κάτω από τα χοντρά γυαλιά της μυωπίας, όσο κι αν το τίναζε προς τα πάνω. Το αισθανόταν πως οι Ποιητικές και Θρησκευτικές του Λιστ θα ήταν μια ολοκληρωτική καταστροφή. Προσπάθησε να τελειώσει τον Ύμνο της Αγάπης χωρίς να δείχνει ταραγμένος. Στις τελευταίες νότες έμεινε σκυφτός με τα χέρια απαλά ακουμπισμένα στα γόνατά του. Στο βάθος του δωματίου, ένας πιτσιρικάς, εμφανώς αγχωμένος μια και ήταν η πρώτη του φορά σε 'κοντσέρτο', χειροκρότησε δειλά.

"Κάτι πήγες να κάνεις στο αντάντε λαγκριμόζο. Αλλά τα ρουμπάτο τα κατέστρεψες. Λες και έπαιζες εμβατήριο. Μαλάκα...", είπε με τη βραχνή του φωνή ο κύριος Νώντας, παλιός πελάτης. Ακούμπησε με πάταγο το ποτήρι του ουίσκι πάνω στο πιάνο με ουρά και βάλθηκε να κουμπώσει το ιδρωμένο του πουκάμισο. Μετά ίσιαξε το βρακί του που πέταγε πάνω από το παντελόνι. Τέλος έβγαλε μια τσατσάρα από την κωλότσεπη και, αφού την έγλυψε, έστρωσε τη χωρίστρα του στο πλάι. Ο Ιάκωβος αμίλητος, έσφιγγε τα χείλη του και προσπαθούσε να επεξεργαστεί την κριτική του κύριου Νώντα. Σήκωσε αργά το βλέμμα και είδε τις σταγόνες δροσιάς στο ποτήρι να κυλούν στο γυαλισμένο βερνίκι του πιάνου.

"Ξέρετε, το ποτήρι σας...",τραύλισε.

"Στ'αρχίδια μου το γράφω το ποτήρι και το κωλοπιάνο σου. Θα μάθεις ρε γυαλάκια να παίζεις ή να αρχίσω να πηγαίνω αλλού?", βρωντοφώναξε ο κύριος Νώντας. Έπειτα γύρισε προς τον πιτσιρικά.

"Κι εσύ τι χειροκροτάς, ρε μαλακισμένο? Άντε τράβα μέσα να γαμήσεις, που μου έμαθες κι από κλασσική μουσική. Παλιοπορδή..."

Ο πιτσιρικάς πετάχτηκε από την καρέκλα του και κατευθύνθηκε νευρικά προς την Αλέκα, που είχε στηθεί και τον περίμενε στην πόρτα της κάμαρας με το ημιδιάφανο νυχτικό να κρέμεται μισάνοιχτο. Η μία της ρώγα, η αριστερή, ίσα που φαινόταν. Στο απαλό μωβ φως της σάλας έμοιαζε κατάμαυρη. Σταμάτησε δίπλα στον Ιάκωβο για μια στιγμή.

"Εγώ πιστεύω πως στο Άβε Μαρία ήσασταν έξοχος", είπε χωρίς να πάρει ανάσα και έφυγε σφαίρα για την Αλέκα. Εκείνη ακούμπησε στοργικά το χέρι της στους ώμους του μικρού και τον έσπρωξε απαλά στην κάμαρα. Η πόρτα έκλεισε, θαρρείς χωρίς να κάνει θόρυβο, πίσω τους.

"Έμαθε και το σκατό την Άβε Μαρία", γρύλισε ο Νώντας και τράβηξε το παντελόνι του από το ζωνάρι. Ύστερα κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα ανοίγοντας τα χέρια του διάπλατα.

"Άαααααααααααβε Μαρίίίίίίίίίίίίίίίίίίίίίαααααααααααααααααααα"

Ο Ιάκωβος σηκώθηκε απότομα, σαν τόση ώρα να καθόταν πάνω σε ελατήριο. Ένας ακόμη πελάτης, που καθόταν αμίλητος στον καναπέ, παρατήρησε με ενδιαφέρον ότι τα χέρια του δεν ξεκόλλησαν από τα γόνατά του και παρέμειναν παράλληλα δίπλα στο σώμα του, καθώς προσωρούσε σκυφτός για την κουζίνα. Εκεί βρήκε τη μαντάμ Φλώρα, καθισμένη σε ένα σκαμπώ, να ακούει Ρίτα Σακελλαρίου από το παλιό σκονισμένο τρανζίστορ. Ιστορία μου, αμαρτία μου. Κάθε φορά που η μαντάμ Φλώρα άφηνε το χτικιάρικο τσιγαρόβηχά της να αντηχήσει στα φλοράλ πλακάκια της κουζίνας, στο μυαλό του Ιάκωβου ερχόταν ο επόμενος στίχος. Είσαι αρρώστεια μου, μες τα στήθια μου και πως να σε βγάλω...

"Δύσκολη μέρα, κύριε Βαρδούτση?", του είπε.

"Μάλιστα".

Πάντα απαντούσε μονολεκτικά στη μαντάμ Φλώρα. Άνοιξε το ντουλάπι πάνω από το νεροχύτη και πήρε ένα ποτήρι. Το γέμισε με νερό και ήπιε προσεκτικά. Δεν ήθελε να βρέξει το φρεσκοσιδερωμένο φράκο. Τότε ξεπρόβαλε πίσω από το παραπέτασμα, αυτό με τις κρεμασμένες χάντρες σε κορδόνια που κάνει κρίτσι κρίτσι όταν περνάς από μέσα, η Κατερίνα.

"Γεια σου Ιάκωβε".

Εκείνος κοκκίνησε και στραβοκατάπιε. Η Κατερίνα ήταν η μόνη στο μαγαζί που τον αποκαλούσε με το μικρό του όνομα και του μιλούσε στον ενικό. Δεν ήταν από ασέβεια, μάλλον από οικειότητα. Τον πλησίασε και τον έκανε ένα γύρο. ο Ιάκωβος στεκόταν ακίνητος σαν κολώνα. Όσο τον έφερνε βόλτα, το δεξί της χέρι γλιστρούσε απαλά πάνω του. Σαν να τον τύλιγε με ένα αόρατο σελοφάν.

"Πολύ μου αρέσει το φράκο σου".

"Ε.... ευχαριστώ", τραύλισε.

Η Κατερίνα βγήκε στη σάλα, ακολουθούμενη από τη μαντάμ Φλώρα. Αν και περπατούσε στακάτα και άκομψα, σαν πάπια, η μαντάμ είχε έναν αέρα κοσμοπολίτικο. Μέσα από το παραπέτασμα την είδε να τινάζει τα βαμμένα μαλλιά της καθώς γύρισε προς τον πελάτη στον καναπέ.

"Αυτό είναι το κορίτσι μας. Τσιμπουκάκι σπέσιαλ, πισωκολλητό και τα βυζάκια για ζούμπηγμα. Αν θες κώλο θα τον πληρώσεις έξτρα".

"Εντάξει".

Ο Ιάκωβος περίμενε ακίνητος. Όταν βεβαιώθηκε ότι η Κατερίνα είχε κλείσει την πόρτα της δεύτερης κάμαρας πίσω της, έφυγε βιαστικός. Παραλίγο να σκοντάψει πάνω στη μαντάμ. Της ζήτησε αγχωμένα συγνώμη και βγήκε στο δρόμο.

Περπατούσε για ώρα, σκυφτός, με τα χέρια κολλημένα στο πλάι. Τα βήματά του ήταν βαριά, στενόχωρα, απρόθυμα. Πεινούσε. Ίσως έπρεπε να σταματήσει στην καντίνα λίγο παρακάτω και να πάρει ένα λουκάνικο. Από μικρός, η μητέρα του επέμενε να τρώει υγιεινά. Αλλά στα λουκάνικα δεν μπορούσε να αντισταθεί. Ήξερε ότι η λίγδα που τόσο πολύ απολάμβανε να δαγκώνει θα του έφερνε διάρροια. Δεν μπορούσε, όμως, να πει όχι. Έφτασε στην καντίνα και στήθηκε στην ουρά. Μπροστά του μια παρέα μαθητές λυκείου περίμεναν την παραγγελία τους. Ένας από αυτούς είχε στηθεί στην ουρά με το παπάκι του. Όλοι είχαν περίεργα κουρέματα και σκουλαρίκια. Ο πιο ψηλός από τους μαθητές, μάλλον ο αρχηγός της συμμορίας, σκούντηξε τον διπλανό του και γύρισαν προς τον Ιάκωβο με τα μάτια γουρλωμένα. Έμοιαζε τόσο αταίριαστος. Άρχισαν να χαχανίζουν.

"Τα λουκάνικά σας. Και αφήστε τον κύριο Βαρδούτση ήσυχο. Είναι καλός πελάτης"

Ο καντινιέρης φάνταζε σαν από μηχανής θεός. Λουσμένος με το φως φθορίου, στεκόταν χαμογελαστός μέσα στην καντίνα. Άνοιξε τα χέρια σε καλωσόρισμα και ένας χοντρός κόμπος ιδρώτα κύλισε από τη μύτη του. Πρέπει να προσγειώθηκε μέσα στο τάπερ με τη ρώσσικη σαλάτα. Δε χρειάστηκε καν να παραγγείλει, το γλιτσερό ψωμάκι με το πολύχρωμο περιεχόμενο ήταν ήδη έτοιμο. Ο καντινιέρης του το πρότεινε με το χέρι τεντωμένο, πάντα χαμογελαστός.

"Ορίστε, όπως σας αρέσει κύριε Βαρδούτση. Με μπόλικη μαγιονέζα".

Υποκλίθηκε ελαφρά με το λουκάνικο στο χέρι και έστρεψε να φύγει. Πάτησε την πρώτη δαγκωνιά. Μετά δεύτερη. Μέσα του γινόταν μια μάχη. Από τη μία οι καλοί τρόποι. Κόβουμε μικρές δαγκωνιές, μασάμε με κλειστό το στόμα, καταπίνουμε αθόρυβα. Κι από την άλλη ο πόθος για το ζουμερό λουκάνικο. Τελικά κρύφτηκε σε μια σκοτεινή γωνιά, έβαλε το υπόλοιπο στο στόμα του και μάσησε με δυσκολία. Ύστερα έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη του παντελονιού και σκούπισε τη μαγιονέζα που κρεμόταν στη γωνία των χειλιών του.

Το διαμέρισμά του ήταν μικρό. Μια σκοτεινή, ελεεινή τρύπα σε παλιά προσφυγική πολυκατοικία. Το κτίριο έμοιαζε με στοιχειωμένο κάστρο. Σκουπίδια παντού, πυκνή μυρωδιά μούχλας και τοίχοι λεπτοί σαν τσιγαρόχαρτο. Ανέβηκε τα σκαλιά και σε κάθε όροφο σταματούσε να χαζέψει το καρτελάκι που κρεμόταν στην πόρτα του ασανσέρ από λίγο σπάγγο. Ένα καφέ χαρτόνι και γράμματα από μαρκαδόρο.

"Ο ανελκιστήρ είναι χαλασμένος. Πλερώστε τα κηνόχρηστα για να το φτιάξομε"

Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος. Από το διπλανό σπίτι ακουγόταν η τηλεόραση. Το σήμα των βραδυνών ειδήσεων. Ένα κύμα έπνιξε τη νοτιδυτική Ασία. Πληθωρισμός. Κλήσεις για παρκάρισμα. Και μια τραγουδίστρια που βγήκε από μια τούρτα. Όση ώρα κρυφάκουγε τις ειδήσεις έμεινε ακίνητος στη μέση του δωματίου. Αυτό το δωμάτιο είχε όλο κι όλο. Και ένα βεσεδάκι. Το κρεβάτι του ήταν κολλημένο στον τοίχο. Γδύθηκε, σχεδόν τελετουργικά και κρέμασε το φράκο στον καλόγερο, δίπλα στην εξώπορτα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το τσουλούφι, ακόμα πεσμένο, είχε αφήσει μια ιδρωμένη στάμπα στα γυαλιά του. Φορούσε μόνο την άσπρη φανέλα, σώβρακο και τις καφέ καρώ κάλτσες. Η φανέλα είχε μια τρύπα κοντά στον αφαλό. Ανασήκωσε τους ώμους. Που λεφτά για καινούρια εσώρουχα? Άνοιξε το συρτάρι του κωμωδίνου και έβγαλε ένα ζευγάρι άσπρα γάντια. Τα φόρεσε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ο σουμιές έτριξε. Στο μυαλό του ήρθε η Κατερίνα. Άρχισε να τον παίζει ρυθμικά, σφίγγοντας τα δόντια του. Πάντα τον έπαιζε με γάντια. Ήταν ακόμα μαθητής στο σχολείο, όταν ένα βράδυ τον έπιασε η μητέρα του να αυνανίζεται κοιτάζοντας το εξώφυλλο του Μαγικού Αυλού του Μότσαρτ. Δεν μπορούσε να αποφασίσει αν τον καύλωνε πιο πολύ η Παπαγγένα ή η Βασίλισσα της Νύχτας. Η μητέρα του τον είχε σπάσει στο ξύλο. Τα λόγια της ποτέ δεν έφυγαν από το κεφάλι του.

"Μην τολμήσεις να ακουμπίσεις το πιάνο αν δεν πλύνεις τα χέρια σου πρώτα..."

Έχυσε σε ένα μαντήλι βαριανασαίνοντας. Αφού βεβαιώθηκε ότι σκουπίστηκε καλά, τύλιξε το μαντήλι σε ένα μπαλάκι και σηκώθηκε να το πετάξει στα σκουπίδια. Φορούσε ακόμα τα γάντια. Μέσα στο σκοτάδι άκουσε μια βροντερή πορδή να έρχεται από το διπλανό διαμέρισμα. Μετά άκουσε το γείτονα να χασκογελάει κατσαδιάζοντας τη γυναίκα του.

"Τι έγινε μωρή που έκλασα? Λες να μας παρεξηγήσει ο μαέστρος?"

Έπεσε στο κρεβάτι και κουλουριάστηκε αγκαλιάζοντας το μαξιλάρι. Προσπάθησε να φανταστεί ένα κόσμο όμορφο, λυρικό, λουσμένο με φως. Κι εκείνος, σαν άλλος Ρανταμές, καβάλα στο ηρωικό του άτι, έσκιζε τις στρατιές της Αιθιοπίας και έφτανε μπροστά στην αγαπημένη του Αΐντα. Πηδούσε με χάρη από το άλογο και γονάτιζε μπροστά της. Φανταζόταν τον πατέρα της, το βασιλιά, δεμένο με αλυσίδες, ιδρωμένο και σκονισμένο, να στέκεται άβουλος καθώς η Αΐντα τον έπιανε από το μπράτσο αγκαζέ και βαδίζαν μαζί προς το ηλιοβασίλεμα. Γύριζε να την κοιτάξει και δίπλα του στεκόταν η Κατερίνα, ντυμένη με τον πριγκιπικό της μανδύα. Η χρυσαφένια τιάρα στόλιζε τα μελαχροινά μαλλιά της.

Μια ακόμη πορδή ακούστηκε από το διπλανό διαμέρισμα. Αυτή τη φορά άκουσε τη γυναίκα του γείτονα να χαχανίζει. Καθώς οι ήχοι του σουμιέ που τρίζει συναγωνίζονταν τα πνιχτά βογγητά της, ο Ιάκωβος αποκοιμήθηκε...

(συνεχίζεται)

22 Comments:

Blogger Lex_Luthor06 said...

Οτι καλύτερο εχω διαβάσει εδώ και πολύ καιρό.
όλε ολε ολε

4:13 AM

 
Blogger zabelos said...

Φίλοι μπλογκιστές, οφείλω να αποδώσω τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Η ιδέα ήταν του παραπάνω κυρίου...

4:21 AM

 
Blogger Πληρωμένη πένα said...

.... καλό

4:33 AM

 
Blogger zabelos said...

Ευχαριστώ...

4:39 AM

 
Blogger kunelina said...

Που σαι εσυ ρε μουσικό μουροχαβλο! αντε καιρος ηταν!

4:44 AM

 
Blogger zabelos said...

Πάντα με τον καλό λόγο στο στόμα αυτή η κουνέλα...

4:47 AM

 
Blogger Misirlou Oubliez said...

Με μπόστεια ειλικρινεια σας ηλέγω τουτο μονον:

"Νομηζω πως ησται πιητυς.
Σας αγαπό."

5:59 AM

 
Blogger zabelos said...

Λες? :)

6:04 AM

 
Blogger Finally Connected said...

αισχος.
Τι αηδΐες ειναι αυτες?

και εχει συνεχεια? καλα...

10:09 AM

 
Blogger zabelos said...

Υπόσχομαι η συνέχεια να είναι ακόμη πιο αηδιαστική...!

11:04 AM

 
Blogger confused said...

Την αναμένουμε με αγωνία (όπως πάντα) :)

ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΜΗ ΠΕΡΑΣΕΙ ΠΑΛΙ ΚΑΝΑ ΜΗΝΑΣ!!
ε; ε; ε; φφφφφανταστικέ artist :))

12:41 PM

 
Blogger Κολοκύθι said...

Αγχωτικό. Πολύ αγχωτικό. Και πολύ καλό επίσης.

1:52 PM

 
Blogger Agnwsth said...

Τι να πω για αυτό το ευαίσθητο και τρυφερό κείμενο..;;; εχω μεινει αφωνη...

Μου φέρνει τόσες πολλές εικόνες στο μυαλό. Περιλαμβάνει ποικιλία συναισθήματα, όπως, χαρά, ευτυχία, ρίγος, λuπη, νοσταλγια αγάπη, πονο, φόβο, ερωτα και πόθο και τα μέσα από αναμνήσεις που λογικα δεν αφήνουν κανένα ασυγκίνητο!

χοχοχο :-p

(πολύ καλο ως συνήθως)

1:59 PM

 
Blogger zabelos said...

confused: Δυστυχώς μπαίνω στον τελευταίο μήνα πριν τις τελικές εξετάσεις μου. Αν ξυπνήσω με κέφτι την Κυριακή μπορεί. Αλλιώς καλά Χριστύγεννα :(

κολοκύθι: Σε ευχαριστώ. Από τι αγχώθηκες. Επειδή φοράει φράκο δε σημαίνει ότι είναι και πιγκουίνος :)

2:01 PM

 
Blogger zabelos said...

agnwsth: που το είδες το ευαίσθητο και τρυφερό? άλλο blog διαβάζουμε????

2:03 PM

 
Blogger Agnwsth said...

Helllooooo ... ήταν ειρωνικό :)

2:05 PM

 
Blogger zabelos said...

Hellooooooooooooooo το καταλάβαμε :)

2:06 PM

 
Anonymous Anonymous said...

"Σπίτι" με πιάνο; Δώσε διεύθυνση.

Απλά τέλειο (το κείμενο).

8:06 AM

 
Blogger zabelos said...

Σπίτι με πιάνο? Ναι, γιατί όχι? Πιάνω, πιάνεις, ελεύθερα πιασίματα και μουσική επιπέδου!

Στο επόμενο μέρος special appearance από τη Φιλαρμονική της Τρούμπας :) (δεν κάνω πλάκα, θα δείτε...)

8:18 AM

 
Anonymous Anonymous said...

Mε άρεθε....πολύ μπορώ να πω....πιανίστας σε μπουρδέλο....μάλλον είχα χάσει το μάθημα στον ΣΕΠ στο σχολείο, αλλοιώς θα έδινα μεγαλύτερη βάση στις μουσικές μου σπουδές.
Τη συνέχεια ρεεεεε

1:31 AM

 
Blogger renton said...

Ευαίσθητο και τρυφερό...με τον τρόπο του.

3:01 AM

 
Anonymous Anonymous said...

Διάχυτη η εκκεντρικότητα σου, ρεμάλι.

Mortadella

8:21 PM

 

Post a Comment

<< Home

SYNC ME @ SYNC