<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993</id><updated>2011-04-21T12:24:25.107-07:00</updated><title type='text'>The artist formerly known as zabelos</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>13</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993.post-6937029655355844855</id><published>2007-09-12T00:01:00.000-07:00</published><updated>2007-09-12T00:03:21.674-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Μπαίνει χειμώνας&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τις πρώτες δροσιές ακούγονται αμυδρά και οι πρώτες νότες του Steinway. Σε λίγες μέρες θα έχουν μεταμορφωθεί σε κρεσέντο. Αναμείνατε...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/34070993-6937029655355844855?l=zabelos.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/6937029655355844855/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=34070993&amp;postID=6937029655355844855&amp;isPopup=true' title='8 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/6937029655355844855'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/6937029655355844855'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/2007/09/steinway.html' title=''/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><thr:total>8</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993.post-116576892028008965</id><published>2006-12-10T08:40:00.000-08:00</published><updated>2007-09-11T23:51:52.388-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;h3&gt; Monty Python - The Spanish Inquisition &lt;/h3&gt;&lt;br /&gt;&lt;h5&gt; An all time classic! &lt;/h5&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="425" height="350"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/zO68fUMWx3g"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="wmode" value="transparent"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/zO68fUMWx3g" type="application/x-shockwave-flash" wmode="transparent" width="425" height="350"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.sync.gr/claim/xhJxnFzguG53" rel="sync"&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/34070993-116576892028008965?l=zabelos.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/116576892028008965/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=34070993&amp;postID=116576892028008965&amp;isPopup=true' title='5 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/116576892028008965'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/116576892028008965'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/2006/12/monty-python-spanish-inquisition-all.html' title=''/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993.post-116543195652732716</id><published>2006-12-06T11:04:00.000-08:00</published><updated>2006-12-06T11:08:01.126-08:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;h3&gt; Πιανίστας σε μπουρδέλο &lt;/h3&gt;&lt;br /&gt;&lt;h5&gt; Μέρος δεύτερο - Νιμπελούνγκεν, το λυκόφως των θεών &lt;/h5&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ιάκωβος ήταν ερωτευμένος με την Κατερίνα από την πρώτη στιγμή που την είχε γνωρίσει. Στο πρώτο του κοντσέρτο. Ήταν με το ζόρι 17 χρονών, μόλις έχοντας αποφοιτήσει από το ωδείο. Αμούστακος, ρομαντικός, καυλωμένος. Έτρεμε στις πρώτες νότες του Σοπέν, ίδρωνε με τις τρίλιες του Ραχμάνινοφ, ζαλιζόταν στα περάσματα του Μπαχ, έχανε τον κόσμο κάθε που η Κατερίνα, καθισμένη απέναντί του, άλλαζε σταυροπόδι και του έδειχνε αδιάντροπα πως δε φορούσε κιλοτάκι κάτω από το νεγκλιζέ της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πρώτη του φορά. Με το που σταμάτησε να παίζει, η Κατερίνα τον πλησίασε και τον πήρε από το χέρι. Τον οδήγησε στο δωμάτιο και έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω τους. Εκείνος στεκόταν παγωμένος στη μέση της κάμαρας. Το μόνο που άκουγε ήταν το θρόισμα της ρόμπας της και την αγχωμένη ανάσα του. Νόμιζε θα λιποθυμούσε. Η Κατερίνα τον πλησίασε από πίσω και, αφού τύλιξε τα χέρια της γύρω του, τον βοήθησε να βγάλει αργά το φράκο. Ήρθε μπροστά του και γονάτισε. Ο Ιάκωβος γύρισε αγχωμένα να δει τι απέγινε το σακκάκι του. Ήταν κρεμασμένο σε μια κρεμάστρα. Μα πότε πρόλαβε?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ηρέμησε, γλύκα. Δε δαγκώνω. Ακόμα...", του ψυθίρισε πονηρά καθώς έβγαζε το πουλί του από το ανοιγμένο φερμουάρ. Μισόκλεισε τα μάτια της και τον κατάπιε. Είχε μουδιάσει εντελώς. Δεν αισθανόταν τίποτα. Μέσα στο μυαλό του, μια σκέψη κυριαρχούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Όχι ρε γαμώτο, είναι η πρώτη μου φορά και δεν αισθάνομαι τίποτα. Λες να έχω κανένα ελάττωμα?".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το κεφάλι της Κατερίνας πηγαινοερχόταν κόντρα στον πούτσο του, μα αυτός ήταν ακόμα μουδιασμένος. Πλησίασε δειλά το χέρι του στο στόμα της, για να βεβαιωθεί ότι όντως του έπαιρνε πίπα. Η Κατερίνα σταμάτησε για μια στιγμή και σήκωσε το βλέμμα προς αυτόν. Λίγο σάλιο έτρεξε, κάνοντας τα χείλη της να γυαλίζουν στο μωβ φως του πορτατίφ. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Βιάζεσαι, γλύκα?"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα υπόλοιπα δεν τα θυμόταν καθαρά. Μέσα στο κεφάλι του είχε μείνει ένα κουβάρι από εικόνες. Η Κατερίνα καθισμένη πάνω του με τα βυζιά της να σκαμπανεβάζουν, η Κατερίνα στα τέσσερα κι αυτός από πίσω να την πηδάει με δύναμη, η Κατερίνα να τον εκλιπαρεί να τη χύσει. Καμμία λογική ακολουθία, μόνο το πρώτο του γαμήσι. Αυτό που θα τον στιγμάτιζε για πάντα. Κατερίνα. Όλα και τίποτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σηκώθηκε από το κρεβάτι. Ήταν Κυριακή. Σήμερα έπρεπε να πάει στο μαγαζί νωρίς. Λαΐκή απογευματινή, όπως έλεγε γελώντας η μαντάμ Φλώρα. Έπλυνε τα μούτρα του στο νεροχύτη. Από το δίπλα διαμέρισμα, μια πορδή αντήχησε, ακολουθούμενη από μια κραυγή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Νέσουν ντόρμααααααα*. Ξύπνα μαέστρο!!!".&lt;br /&gt;(*Nessun Dorma: Κανείς δεν κοιμάται - Διάσημη άρια από την Turandot του Puccini)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ήξερε τι τον ενοχλούσε πιο πολύ. Οι κλανιές του γείτονα ή το χιούμορ του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κούμπωσε τελετουργικά τα κουμπιά στο άσπρο πουκάμισο και έστρωσε το σακάκι από το φράκο. Χτενίστηκε και έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Ύστερα γύρισε προς ένα αόρατο κοινό, κάπου στο μπαλκόνι το φανταζόταν, και έκανε μια βαθειά υπόκλιση. Έμεινε σκυμμένος για μερικά δευτερόλεπτα, ώσπου μια δεύτερη πορδή τον έβγαλε από το όνειρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Αβάντι, Μαέστρο! Θα αργήσεις!!!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι διάολο? Τον έβλεπε μέσα από τον τοίχο? Κάποια μέρα έπρεπε να βρει το θάρρος να του χτυπήσει την πόρτα και να του ζητήσει εξηγήσεις. Προς το παρόν, κάθε που πετύχαινε τον γείτονα -Λεωνίδας με τ'όνομα, ελαιοχρωματισμοί, μερεμέτια, εκτελούνται μεταφοραί- έσκυβε και προσπερνούσε ντροπαλά. Αν τυχόν προλάβαιναν τα βλέμματά τους να διασταυρωθούν, ο Λεωνίδας γύριζε προς τον Ιάκωβο και προσποιούνταν ότι έπαιζε ένα αόρατο βιολί, γελώντας χαιρέκακα. Αν δεν αντάλλασαν ματιές, αρκούνταν να ξύσει τα αρχίδια του και να τον μουτζώσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βγήκε από την πολυκατοικία. Ο αέρας ήταν δροσερός, αλλά ευχάριστος. Περπάτησε λίγο. Τον έκοβαν τα παπούτσια. Περίεργο. Αποφάσισε να πάρει το λεωφορείο. Στάθηκε στη στάση και περίμενε γύρω στη μισή ώρα. Ένας μοναχικός, κυριακάτικος πιγκουίνος σε φόντο από πλέξιγκλας. Το λεωφορείο κατέφτασε, βρώμικο και κουρασμένο, σκορπώντας μπόχα στο πέρασμά του και τρίζοντας σαν σουμιές από μπουρδέλο στου Μακρυγιάννη. Έβγαλε το πορτοφόλι του να πληρώσει εισητήριο. Ο οδηγός, με τη μεγάλη μύτη και το πονηρό, αλεπουδίσιο βλέμμα του, τον μετρούσε από πάνω μέχρι κάτω, τον χάζευε καθώς έβγαζε το χαρτονόμισμα -ατσαλάκωτο- από την πίσω τσέπη του πορτοφολιού και το ακουμπούσε στο διαχωριστικό, αναρωτιόταν τι είναι πάλι τούτο το ούφο που του έλαχε...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Σε γάμο πας, πρωθυπουργέ μου?"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Όχι, δίνω κοντσέρτο"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Καλά, τσάκω μάγκα μου τα ρέστα σου να την κάνουμε γαργάρα"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το λεωφορείο έβηξε πονεμένα καθώς ο οδηγός κάρφωσε την πρώτη ταχύτητα στο κιβώτιο και έκανε μια απότομη εκκίνηση. Ο Ιάκωβος κόντεψε να πέσει κάτω. Στις μπροστινές θέσεις, μια καθώς πρέπει κυρία με καφέ παλτό και λουλακί μαλλί, πιασμένο σε ένα περίτεχνο κότσο, του έγνεφε. Στα χέρια της έλαμπε ένα διαμαντένιο μονόπετρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Καλησπέρα σας, κύριε Βαρδούτση. Θα μου κάνετε την τιμή να καθήσετε δίπλα μου?"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ιάκωβος έκανε μια ελαφρά υπόκλιση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μα φυσικά καλή μου κυρία!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κυρία Σκραπίδα ήταν χήρα στρατηγού. Ο Στρατηγός Σκραπίδας (με Σ κεφαλαίο παρακαλώ) ήταν από τους παλαίμαχους του Ελ Αλαμέιν. Γύρισε στην Ευρώπη μετά τον πόλεμο με εφτά μετάλλια, ένα αυτί κουφό και την κρυφή λαχτάρα για μαύρες γυναίκες. Αφ'ότου αποστρατεύτηκε, έβγαινε κάθε απόγευμα βόλτες. Στη γυναίκα του έλεγε ότι πάει στη λέσχη των αξιωματικών. Τα βήματά του, όμως, πάντα τον πήγαιναν στην Κυψέλη. Είχε ακούσει για ένα μπουρδέλο που έφερνε γυναίκες από την Αφρική. Έμπαινε τρεκλίζοντας και έβγαινε παραπατώντας. Συχνά βρωμούσε βερμούτ και φώναζε προστυχόλογα. Ίσως να έφταιγε το θραύσμα της οβίδας που παρέμενε μέσα στο κεφάλι του, μετά από εκείνη την ενέδρα βαθειά μέσα στη Σαχάρα, που κόντεψε να του στοιχίσει τη ζωή. Ίσως να έφταιγε και η γεροντική άνοια. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την πρώτη, και μοναδική, φορά που ανταμώσανε ήταν στο μπουρδέλο της μαντάμ-Φλώρας. Ο Ιάκωβος τελείωνε τη "Σονάτα υπό το σεληνόφως", όταν η πόρτα της κάμαρας βρόντηξε ανοιχτή. Στο άνοιγμα στεκόταν ο Στρατηγός Σκραπίδας. Ήταν αχτένιστος, το παντελόνι του ήταν ξεκούμπωτο και του τρέχαν τα σάλια από την αριστερή γωνία του στόματός του. Φαινόταν, πραγματικά, σαν να είχε πάθει εγκεφαλικό. Πλησίασε στο πιάνο σέρνοντας τα πόδια του. Ο Ιάκωβος τον κοίταξε δειλά και συνειδητοποίησε ότι ο αέρας γύρω του άρχισε να βρωμάει φτηνό αλκοόλ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Βεε ααααέε, εε οοίιι αα έεειιχ άααεεεε?"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μμμμμε, με συγχωρείτε???"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Στρατηγός Σκραπίδας ξεροκατάπιε, πήρε βαθειά ανάσα και ξαναπροσπάθησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Βε μαλαιχμένε, ε μποείχ α πάιχειχ Βάγκνεχ?"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τι εννοείτε, καλέ μου κύριε?"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Οι κωογερχμαναάγεχ ατά αούγαε, αλλά εμείχ του γαμήχαμε θτο Έ Ααμέι"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Εεεεεε, εννοείτε ότι θέλετε να παίξω Βάγκνερ? Ίσως δεν ταιριάζει με το κλίμα, καλέ μου κύριε. Δεν είναι αρκετά ρομαντικό", είπε χαμηλόφωνα ο Ιάκωβος, μην μπορώντας να πιστέψει ότι βρήκε το θάρρος να αντιμιλήσει στο γέρο-μεθύστακα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Χε γαμώ κι εχένα και το γομαντιχμό χιου, γιε γαμιόλη. Εμέα που ε βέπειχ τουχ γεμαναάδεχ τουχ είχα για τα αχίγια μου. Μόο το μαάκα το Μπετόβε ξέγειχ να παίγειχ? Ηίχιε, άχετε"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Στρατηγός έδειχνε απειλητικά με το δάχτυλο τον Ιάκωβο, αλλά τα μάτια του είχαν γουρλώσει, σαν να βρισκόταν αλλού. Ξάφνου, κουλουριάστηκε και δίπλωσε τα χέρια του στο στήθος, σαν να κρατούσε αυτόματο. Άρχισε να παραπατάει πέρα-δώθε στη σάλα, πηγαίνοντας κοφτά από τη μια μεριά στην άλλη, σκυφτός, σαν να ήταν σε ενέδρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ατέχιον, ατέχιον, τσάρλυ του οκλόκ", τραύλισε και σωριάστηκε στο φτηνό χαλί. Είχε σπασμούς. Ο Ιάκωβος πετάχτηκε σα σούστα και έτρεξε προς το μέρος του. Τον γύρισε ανάσκελα. Ο Στρατηγός γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Για πρώτη φορά το βλέμμα του ήταν καθαρό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μη το πειχ χτη γυαίκα μου", τραύλισε και έγειρε το κεφάλι στο πλάι. Μια σταγόνα αίμα έτρεξε από το δεξί του ρουθούνι. Μια τελευταία ανάσα βγήκε από το στόμα του και το στήθος του ξεφούσκωσε για πάντα. Με τη φασαρία, η Γιολάντα, η Μποτσουανή από το δωμάτιο της οποίας ο Στρατηγός είχε μόλις βγει, τσίριξε. Η μαντάμ-Φλώρα ήρθε τρέχοντας από την κουζίνα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τι έπαθε ο παππούς?"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ιάκωβος έψαξε στο σακάκι του Στρατηγού. Έβγαλε το πορτοφόλι από τη μέσα τσέπη και το άνοιξε. Μέσα βρήκε τη στρατιωτική του ταυτότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Στρατηγός Σκραπίδας. Υποστολή σημαίας", ψυθίρισε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σηκώθηκε όρθιος, έκανε στροφή και πήγε στο πιάνο τελετουργικά. Οι δυο-τρεις πελάτες που περίμεναν στη σάλα σηκώθηκαν από τις καρέκλες τους καθώς ο Ιάκωβος πήρε τη θέση του στο σκαμνί. Με το που ακούμπησε τα χέρια του στο πιάνο, έφεραν το δεξί τους χέρι στη θέση της καρδιάς. Το ίδιο έκανε και η μαντάμ-Φλώρα. Η Γιολάντα αρκέστηκε στο να καλύψει τα γυμνά βυζιά της. Για το επόμενο λεπτό, όλοι στέκονταν ακίνητοι στο άκουσμα του Εθνικού Ύμνου. Με το που τελείωσε η μουσική, η μαντάμ γύρισε προς τους πελάτες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Καλώς τους. Το κορίτσι μας το βλέπετε, μαύρη σα σοκολάτα και γλυκιά σαν καραμέλα. Τσιμπουκάκι έξτρα. Ποιος έχει σειρά?"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ιάκωβος πήγε πίσω στο Στρατηγό και γονάτισε. Άρχισε να τον ντύνει. Του έστρωσε το γιακά από το πουκάμισο και του σκούπισε το αίμα στη μύτη με το μαντήλι του. Από την κάμαρα ακούγονταν ήδη τα βογκητά της Γιολάντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Κυρία Φλώρα, θα πρέπει να τον πάω στο νοσοκομείο. Σας πειράζει να τελειώσω για απόψε?"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Όχι, κύριε Βαρδούτση. Κάντε ό,τι πρέπει. Θα τα πούμε αύριο"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ιάκωβος, ιδρώνοντας και αγκομαχώντας από το βάρος του Στρατηγού, τον έσυρε μέχρι το πεζοδρόμιο και τον έβαλε σε ένα ταξί. Ο ταξιτζής κοίταξε πανικόβλητος μόλις συνειδητοποίησε ότι στο πίσω κάθισμα είχε ένα νεαρό με φράκο και ένα πτώμα. Τους πήγε στο νοσοκομείο χωρίς να πει κουβέντα. Ο Ιάκωβος περίμενε καρτερικά στην αίθουσα αναμονής, έδωσε στους γιατρούς πληροφορίες, τους έδειξε το πορτοφόλι. Σε λίγη ώρα έφτασε η κυρία Σκραπίδα. Φαινόταν ταραγμένη μα κρατούσε την ηρεμία της. Της μίλησε για ώρα, την ηρέμησε, της εξήγησε πως περνούσε από το Σύνταγμα όταν είδε το Στρατηγό να σωριάζεται στο τσιμέντο, την ώρα που τάιζε τα περιστέρια. Μέσα σε τόσα ψέμματα, της είπε ότι, μόλις διαπιστώθηκε πως ο Στρατηγός απεβίωσε, οι Εύζωνοι στάθηκαν σε στάση προσοχής για να αποδώσουν τιμές. Έτσι, για να την κάνει να αισθανθεί καλύτερα...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(του μπι κοντίνιουντ)&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/34070993-116543195652732716?l=zabelos.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/116543195652732716/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=34070993&amp;postID=116543195652732716&amp;isPopup=true' title='24 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/116543195652732716'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/116543195652732716'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/2006/12/blog-post.html' title=''/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><thr:total>24</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993.post-116345705391464861</id><published>2006-11-13T14:28:00.000-08:00</published><updated>2006-11-13T14:31:15.710-08:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;h3&gt;Written in blood&lt;/h3&gt;&lt;br /&gt;&lt;h5&gt;Η ιστορία πετάει πάντα το ίδιο υπονοούμενο...&lt;/h5&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;object width="425" height="350"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/FInnQIU8A7M"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="wmode" value="transparent"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/FInnQIU8A7M" type="application/x-shockwave-flash" wmode="transparent" width="425" height="350"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/34070993-116345705391464861?l=zabelos.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/116345705391464861/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=34070993&amp;postID=116345705391464861&amp;isPopup=true' title='5 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/116345705391464861'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/116345705391464861'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/2006/11/written-in-blood.html' title=''/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993.post-116307275254418323</id><published>2006-11-09T03:44:00.000-08:00</published><updated>2006-11-09T04:06:40.616-08:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;h3&gt; Πιανίστας σε μπουρδέλο &lt;/h3&gt;&lt;br /&gt;&lt;h5&gt; Μια παραφωνία σε γα-μήσσονα &lt;/h5&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ιάκωβος είχε πάντα ένα τσουλούφι πεσμένο μπροστά στα μάτια του. Πάντα. Στο ωδείο, η δασκάλα της ντικτέ, η κυρία Νταίζη, τον φώναζε 'μικρό μου τσουλουφάκι'. Αυτό βέβαια μέχρι να πάρει το πτυχίο του πιάνου. Μετά τον αποκαλούσε κύριο Βαρδούτση και φούσκωνε από υπερηφάνεια για τον ταλαντούχο πρώην μαθητή της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απόψε όμως το τσουλούφι έδειχνε να έχει τη δική του βούληση. Συνέχιζε να πέφτει μέσα στο αριστερό του μάτι, κάτω από τα χοντρά γυαλιά της μυωπίας, όσο κι αν το τίναζε προς τα πάνω. Το αισθανόταν πως οι Ποιητικές και Θρησκευτικές του Λιστ θα ήταν μια ολοκληρωτική καταστροφή. Προσπάθησε να τελειώσει τον Ύμνο της Αγάπης χωρίς να δείχνει ταραγμένος. Στις τελευταίες νότες έμεινε σκυφτός με τα χέρια απαλά ακουμπισμένα στα γόνατά του. Στο βάθος του δωματίου, ένας πιτσιρικάς, εμφανώς αγχωμένος μια και ήταν η πρώτη του φορά σε 'κοντσέρτο', χειροκρότησε δειλά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Κάτι πήγες να κάνεις στο αντάντε λαγκριμόζο. Αλλά τα ρουμπάτο τα κατέστρεψες. Λες και έπαιζες εμβατήριο. Μαλάκα...", είπε με τη βραχνή του φωνή ο κύριος Νώντας, παλιός πελάτης. Ακούμπησε με πάταγο το ποτήρι του ουίσκι πάνω στο πιάνο με ουρά και βάλθηκε να κουμπώσει το ιδρωμένο του πουκάμισο. Μετά ίσιαξε το βρακί του που πέταγε πάνω από το παντελόνι. Τέλος έβγαλε μια τσατσάρα από την κωλότσεπη και, αφού την έγλυψε, έστρωσε τη χωρίστρα του στο πλάι. Ο Ιάκωβος αμίλητος, έσφιγγε τα χείλη του και προσπαθούσε να επεξεργαστεί την κριτική του κύριου Νώντα. Σήκωσε αργά το βλέμμα και είδε τις σταγόνες δροσιάς στο ποτήρι να κυλούν στο γυαλισμένο βερνίκι του πιάνου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ξέρετε, το ποτήρι σας...",τραύλισε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Στ'αρχίδια μου το γράφω το ποτήρι και το κωλοπιάνο σου. Θα μάθεις ρε γυαλάκια να παίζεις ή να αρχίσω να πηγαίνω αλλού?", βρωντοφώναξε ο κύριος Νώντας. Έπειτα γύρισε προς τον πιτσιρικά. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Κι εσύ τι χειροκροτάς, ρε μαλακισμένο? Άντε τράβα μέσα να γαμήσεις, που μου έμαθες κι από κλασσική μουσική. Παλιοπορδή..."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πιτσιρικάς πετάχτηκε από την  καρέκλα του και κατευθύνθηκε νευρικά προς την Αλέκα, που είχε στηθεί και τον περίμενε στην πόρτα της κάμαρας με το ημιδιάφανο νυχτικό να κρέμεται μισάνοιχτο. Η μία της ρώγα, η αριστερή, ίσα που φαινόταν. Στο απαλό μωβ φως της σάλας έμοιαζε κατάμαυρη. Σταμάτησε δίπλα στον Ιάκωβο για μια στιγμή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Εγώ πιστεύω πως στο Άβε Μαρία ήσασταν έξοχος", είπε χωρίς να πάρει ανάσα και έφυγε σφαίρα για την Αλέκα. Εκείνη ακούμπησε στοργικά το χέρι της στους ώμους του μικρού και τον έσπρωξε απαλά στην κάμαρα. Η πόρτα έκλεισε, θαρρείς χωρίς να κάνει θόρυβο, πίσω τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Έμαθε και το σκατό την Άβε Μαρία", γρύλισε ο Νώντας και τράβηξε το παντελόνι του από το ζωνάρι. Ύστερα κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα ανοίγοντας τα χέρια του διάπλατα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Άαααααααααααβε Μαρίίίίίίίίίίίίίίίίίίίίίαααααααααααααααααααα"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ιάκωβος σηκώθηκε απότομα, σαν τόση ώρα να καθόταν πάνω σε ελατήριο. Ένας ακόμη πελάτης, που καθόταν αμίλητος στον καναπέ, παρατήρησε με ενδιαφέρον ότι τα χέρια του δεν ξεκόλλησαν από τα γόνατά του και παρέμειναν παράλληλα δίπλα στο σώμα του, καθώς προσωρούσε σκυφτός για την κουζίνα. Εκεί βρήκε τη μαντάμ Φλώρα, καθισμένη σε ένα σκαμπώ, να ακούει Ρίτα Σακελλαρίου από το παλιό σκονισμένο τρανζίστορ. Ιστορία μου, αμαρτία μου. Κάθε φορά που η μαντάμ Φλώρα άφηνε το χτικιάρικο τσιγαρόβηχά της να αντηχήσει στα φλοράλ πλακάκια της κουζίνας, στο μυαλό του Ιάκωβου ερχόταν ο επόμενος στίχος. Είσαι αρρώστεια μου, μες τα στήθια μου και πως να σε βγάλω...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Δύσκολη μέρα, κύριε Βαρδούτση?", του είπε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μάλιστα".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάντα απαντούσε μονολεκτικά στη μαντάμ Φλώρα. Άνοιξε το ντουλάπι πάνω από το νεροχύτη και πήρε ένα ποτήρι. Το γέμισε με νερό και ήπιε προσεκτικά. Δεν ήθελε να βρέξει το φρεσκοσιδερωμένο φράκο. Τότε ξεπρόβαλε πίσω από το παραπέτασμα, αυτό με τις κρεμασμένες χάντρες σε κορδόνια που κάνει κρίτσι κρίτσι όταν περνάς από μέσα, η Κατερίνα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Γεια σου Ιάκωβε".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνος κοκκίνησε και στραβοκατάπιε. Η Κατερίνα ήταν η μόνη στο μαγαζί που τον αποκαλούσε με το μικρό του όνομα και του μιλούσε στον ενικό. Δεν  ήταν από ασέβεια, μάλλον από οικειότητα. Τον πλησίασε και τον έκανε ένα γύρο. ο Ιάκωβος στεκόταν ακίνητος σαν κολώνα. Όσο τον έφερνε βόλτα, το δεξί της χέρι γλιστρούσε απαλά πάνω του. Σαν να τον τύλιγε με ένα αόρατο σελοφάν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Πολύ μου αρέσει το φράκο σου".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ε.... ευχαριστώ", τραύλισε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Κατερίνα βγήκε στη σάλα, ακολουθούμενη από τη μαντάμ Φλώρα. Αν και περπατούσε στακάτα και άκομψα, σαν πάπια, η μαντάμ είχε έναν αέρα κοσμοπολίτικο. Μέσα από το παραπέτασμα την είδε να τινάζει τα βαμμένα μαλλιά της καθώς γύρισε προς τον πελάτη στον καναπέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Αυτό είναι το κορίτσι μας. Τσιμπουκάκι σπέσιαλ, πισωκολλητό και τα βυζάκια για ζούμπηγμα. Αν θες κώλο θα τον πληρώσεις έξτρα".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Εντάξει".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ιάκωβος περίμενε ακίνητος. Όταν βεβαιώθηκε ότι η Κατερίνα είχε κλείσει την πόρτα της δεύτερης κάμαρας πίσω της, έφυγε βιαστικός. Παραλίγο να σκοντάψει πάνω στη μαντάμ. Της ζήτησε αγχωμένα συγνώμη και βγήκε στο δρόμο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περπατούσε για ώρα, σκυφτός, με τα χέρια κολλημένα στο πλάι. Τα βήματά του ήταν βαριά, στενόχωρα, απρόθυμα. Πεινούσε. Ίσως έπρεπε να σταματήσει στην καντίνα λίγο παρακάτω και να πάρει ένα λουκάνικο. Από μικρός, η μητέρα του επέμενε να τρώει υγιεινά. Αλλά στα λουκάνικα δεν μπορούσε να αντισταθεί. Ήξερε ότι η λίγδα που τόσο πολύ απολάμβανε να δαγκώνει θα του έφερνε διάρροια. Δεν μπορούσε, όμως, να πει όχι. Έφτασε στην καντίνα και στήθηκε στην ουρά. Μπροστά του μια παρέα μαθητές λυκείου περίμεναν την παραγγελία τους. Ένας από αυτούς είχε στηθεί στην ουρά με το παπάκι του. Όλοι είχαν περίεργα κουρέματα και σκουλαρίκια. Ο πιο ψηλός από τους μαθητές, μάλλον ο αρχηγός της συμμορίας, σκούντηξε τον διπλανό του και γύρισαν προς τον Ιάκωβο με τα μάτια γουρλωμένα. Έμοιαζε τόσο αταίριαστος. Άρχισαν να χαχανίζουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τα λουκάνικά σας. Και αφήστε τον κύριο Βαρδούτση ήσυχο. Είναι καλός πελάτης"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο καντινιέρης φάνταζε σαν από μηχανής θεός. Λουσμένος με το φως φθορίου, στεκόταν χαμογελαστός μέσα στην καντίνα. Άνοιξε τα χέρια σε καλωσόρισμα και ένας χοντρός κόμπος ιδρώτα κύλισε από τη μύτη του. Πρέπει να προσγειώθηκε μέσα στο τάπερ με τη ρώσσικη σαλάτα. Δε χρειάστηκε καν να παραγγείλει, το γλιτσερό ψωμάκι με το πολύχρωμο περιεχόμενο ήταν ήδη έτοιμο. Ο καντινιέρης του το πρότεινε με το χέρι τεντωμένο, πάντα χαμογελαστός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ορίστε, όπως σας αρέσει κύριε Βαρδούτση. Με μπόλικη μαγιονέζα".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υποκλίθηκε ελαφρά με το λουκάνικο στο χέρι και έστρεψε να φύγει. Πάτησε την πρώτη δαγκωνιά. Μετά δεύτερη. Μέσα του γινόταν μια μάχη. Από τη μία οι καλοί τρόποι. Κόβουμε μικρές δαγκωνιές, μασάμε με κλειστό το στόμα, καταπίνουμε αθόρυβα. Κι από την άλλη ο πόθος για το ζουμερό λουκάνικο. Τελικά κρύφτηκε σε μια σκοτεινή γωνιά, έβαλε το υπόλοιπο στο στόμα του και μάσησε με δυσκολία. Ύστερα έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη του παντελονιού και σκούπισε τη μαγιονέζα που κρεμόταν στη γωνία των χειλιών του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το διαμέρισμά του ήταν μικρό. Μια σκοτεινή, ελεεινή τρύπα σε παλιά προσφυγική πολυκατοικία. Το κτίριο έμοιαζε με στοιχειωμένο κάστρο. Σκουπίδια παντού, πυκνή μυρωδιά μούχλας και τοίχοι λεπτοί σαν τσιγαρόχαρτο. Ανέβηκε τα σκαλιά και σε κάθε όροφο σταματούσε να χαζέψει το καρτελάκι που κρεμόταν στην πόρτα του ασανσέρ από λίγο σπάγγο. Ένα καφέ χαρτόνι και γράμματα από μαρκαδόρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ο ανελκιστήρ είναι χαλασμένος. Πλερώστε τα κηνόχρηστα για να το φτιάξομε"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος. Από το διπλανό σπίτι ακουγόταν η τηλεόραση. Το σήμα των βραδυνών ειδήσεων. Ένα κύμα έπνιξε τη νοτιδυτική Ασία. Πληθωρισμός. Κλήσεις για παρκάρισμα. Και μια τραγουδίστρια που βγήκε από μια τούρτα. Όση ώρα κρυφάκουγε τις ειδήσεις έμεινε ακίνητος στη μέση του δωματίου. Αυτό το δωμάτιο είχε όλο κι όλο. Και ένα βεσεδάκι. Το κρεβάτι του ήταν κολλημένο στον τοίχο. Γδύθηκε, σχεδόν τελετουργικά και κρέμασε το φράκο στον καλόγερο, δίπλα στην εξώπορτα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το τσουλούφι, ακόμα πεσμένο, είχε αφήσει μια ιδρωμένη στάμπα στα γυαλιά του. Φορούσε μόνο την άσπρη φανέλα, σώβρακο και τις καφέ καρώ κάλτσες. Η φανέλα είχε μια τρύπα κοντά στον αφαλό. Ανασήκωσε τους ώμους. Που λεφτά για καινούρια εσώρουχα? Άνοιξε το συρτάρι του κωμωδίνου και έβγαλε ένα ζευγάρι άσπρα γάντια. Τα φόρεσε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ο σουμιές έτριξε. Στο μυαλό του ήρθε η Κατερίνα. Άρχισε να τον παίζει ρυθμικά, σφίγγοντας τα δόντια του. Πάντα τον έπαιζε με γάντια. Ήταν ακόμα μαθητής στο σχολείο, όταν ένα βράδυ τον έπιασε η μητέρα του να αυνανίζεται κοιτάζοντας το εξώφυλλο του Μαγικού Αυλού του Μότσαρτ. Δεν μπορούσε να αποφασίσει αν τον καύλωνε πιο πολύ η Παπαγγένα ή η Βασίλισσα της Νύχτας. Η μητέρα του τον είχε σπάσει στο ξύλο. Τα λόγια της ποτέ δεν έφυγαν από το κεφάλι του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μην τολμήσεις να ακουμπίσεις το πιάνο αν δεν πλύνεις τα χέρια σου πρώτα..."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχυσε σε ένα μαντήλι βαριανασαίνοντας. Αφού βεβαιώθηκε ότι σκουπίστηκε καλά, τύλιξε το μαντήλι σε ένα μπαλάκι και σηκώθηκε να το πετάξει στα σκουπίδια. Φορούσε ακόμα τα γάντια. Μέσα στο σκοτάδι άκουσε μια βροντερή πορδή να έρχεται από το διπλανό διαμέρισμα. Μετά άκουσε το γείτονα να χασκογελάει κατσαδιάζοντας τη γυναίκα του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τι έγινε μωρή που έκλασα? Λες να μας παρεξηγήσει ο μαέστρος?"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έπεσε στο κρεβάτι και κουλουριάστηκε αγκαλιάζοντας το μαξιλάρι. Προσπάθησε να φανταστεί ένα κόσμο όμορφο, λυρικό, λουσμένο με φως. Κι εκείνος, σαν άλλος Ρανταμές, καβάλα στο ηρωικό του άτι, έσκιζε τις στρατιές της Αιθιοπίας και έφτανε μπροστά στην αγαπημένη του Αΐντα. Πηδούσε με χάρη από το άλογο και γονάτιζε μπροστά της. Φανταζόταν τον πατέρα της, το βασιλιά, δεμένο με αλυσίδες, ιδρωμένο και σκονισμένο, να στέκεται άβουλος καθώς η Αΐντα τον έπιανε από το μπράτσο αγκαζέ και βαδίζαν μαζί προς το ηλιοβασίλεμα. Γύριζε να την κοιτάξει και δίπλα του στεκόταν η Κατερίνα, ντυμένη με τον πριγκιπικό της μανδύα. Η χρυσαφένια τιάρα στόλιζε τα μελαχροινά μαλλιά της. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια ακόμη πορδή ακούστηκε από το διπλανό διαμέρισμα. Αυτή τη φορά άκουσε τη γυναίκα του γείτονα να χαχανίζει. Καθώς οι ήχοι του σουμιέ που τρίζει συναγωνίζονταν τα πνιχτά βογγητά της, ο Ιάκωβος αποκοιμήθηκε...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(συνεχίζεται)&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/34070993-116307275254418323?l=zabelos.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/116307275254418323/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=34070993&amp;postID=116307275254418323&amp;isPopup=true' title='22 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/116307275254418323'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/116307275254418323'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/2006/11/blog-post.html' title=''/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><thr:total>22</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993.post-116030427501428378</id><published>2006-10-08T02:37:00.000-07:00</published><updated>2006-10-19T07:24:59.420-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;h3&gt;Η ιστορία του Svenska Toffeln*-Μέρος δεύτερο&lt;/h3&gt;&lt;br /&gt;&lt;h5&gt;*σουηδικό τσόκαρο-σανδάλι&lt;/h5&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/1600/images-1.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/images-1.jpg" border="0" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ρόδος μου ξυπνούσε πάντα ανάμεικτα συναισθήματα. Αν και κατεξοχήν καλοκαιρινός προορισμός του Λέναρτ, και αναρίθμητων ακόμα Σουηδών, στα νιάτα του, εξελίχθηκε σε πεδίο μάχης των φύλων, με παντιέρα το κίνημα για τα γυναικεία δικαιώματα που, πριν 2-3 δεκαετίες, είχε ήδη σαρώσει τα πάντα στο πέρασμά του από τη βόρεια Ευρώπη. Ο κακόμοιρος ο Λέναρτ, ερχόμενος στη Ρόδο για φτηνές και ανέμελες διακοπές στον ήλιο, ήταν αναγκασμένος να βλέπει τις συμπατριώτισσές του να επιδίδονται σε όργια επί οργίων, ενώ αυτός και κάθε ομοΐδεάτης του αρκούνταν στο γνωστό άδειασμα από τις μελαχρινές ντόπιες:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Γουάτ? Γιου εντ μη? Μπατ γιου χαβ σάνταλζ!!!". (Προφανώς, τη δεκαετία του '70 που οι γυναίκες της ελληνικής υπαίθρου δεν ήταν ακόμα χειραφετημένες, το κρώσμα έφερνε πιο πολύ σε "Άει χάσου ρε λέτσο μη φωνάξω τον αδερφό μου"...)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/1600/mm01blm.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/mm01blm.jpg" border="0" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Λέναρτ άραξε σε μια παραλιακή καφετέρια και παρήγγειλε καφέ. Σε καμμιά ώρα κατέφτανε η πτήση του Κλάους. Το απόγευμα θα έφτανε και η Σαντρίν. Δεν έβλεπα την ώρα να δω τους φίλους μου. Είχαμε περπατήσει μαζί πολλά μέρη της Ελλάδας. Είχαμε ανέβει στη Δρακολίμνη, τότε που ο Κλάους μέθυσε και κυνηγούσε ένα αγριογούρουνο φωνάζοντας "Μπρουμχίλντα, λίμπλινγκ!". Είχαμε λιαστεί στη Πάργα, όπου τα σανδαλάκια της Σαντρίν εκσφενδονίζονταν προς κάθε κατεύθυνση, σε μια απέλπιδα απόπειρα να κρατήσουν μακριά τα διάφορα καμάκια (και αποτυγχάνοντας οικτρά να πετύχουν κάποιον, εξού και το παρατσούκλι της γαλλίδας "Νέβερ-ε-μπούλζάι". Είχαμε χαθεί βράδυ στην Ομόνοια, πατώντας λογιών λογιών σκατούλες και σκουπίδια, ώσπου ένας Αλβανός με κατούρησε και ο Λέναρτ πέρασε το βράδυ σε ένα συντριβάνι προσπαθώντας να με ξεπλύνει. Δικαιώνοντας το μεταναστευτικό κύμα των Ποντίων στη Σκανδιναβία, με φορούσε ακόμα. Κι εμένα και τις κάλτσες του...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένιωθα τα μάτια των περαστικών πάνω μου. Ενώ σε κάθε άλλη χώρα ήμουν περήφανος που ο Λέναρτ με κρατούσε καθαρό και ολοκαίνουριο, έχω την εντύπωση πως στην Ελλάδα δεν ήμουν ποτέ καλοδεχούμενος. Όλοι με κοίταζαν σαν αξιοπερίεργο. Έβλεπα και ντόπιους να φοράνε φίλους μου. Αλλά τους αφήνανε μόνους τους, να βασανίζονται ζουληγμένοι από ιδρωμένες, μαύρες από τη σκόνη, πατούσες. Αηδία...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Άχτουνγκ, άχτουνγκ, γκεγμάνισε τουγίστεα", αντήχησε η καφετέρια. Ο Λέναρτ, που μετά από μία ώρα αναμονής είχε μόλις παραλάβει τον ελληνικό του και προσπαθούσε να καταλάβει πως στο διάλο μπορεί να πιει κάτι τόσο καυτό, απέκτησε μια ολοκαίνουρια καφέ στάμπα στο καρώ πουκάμισό του και ένα ρευστό καφέ μουσάκι. Γύρισε απορημένος και είδε τον Κλάους να στέκεται παραδίπλα, σαν κρεάτινος βράχος, ροδοκόκκινος και με το πιο ηλίθιο καπέλο που τόλμησε ποτέ άνθρωπος να φορέσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/1600/ridtam.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/ridtam.jpg" border="0" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Μάιν φγόιντ, είσαι καζός, το ξέγεις?", ούρλιαξε ο Κλάους και αγκάλιασε το Λέναρτ χοροπηδώντας. Μετά γύρισε προς το σερβιτόρο και, δείχνοντας το τραπέζι, αμόλησε το άπταιστο ελληνικό: "Κύγιο, φέγε ντύο μπύγα και παγκωμένο παγακαλώ". Ο σερβιτόρος κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι και εξαφανίστηκε στην κουζίνα, για να επανέλθει με δύο μπουκάλες. Τις ακούμπησε στο τραπέζι με γδούπο, τις άνοιξε με το ένα χέρι και αποχώρησε με ύφος μπλαζέ. "Πγοφανώς, ντο καλοκαίγι αγχίζει σωστά, γιά?", είπε ο Κλάους και έπιασε δουλειά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/1600/P1000752.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/P1000752.jpg" border="0" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μιλούσαν με τις ώρες. Για τη δουλειά, τη ζωή, τη μοναξιά τους. Ο Κλάους τα πήγαινε αρκετά καλά με τη μπυραρία, αν και είχε καταφέρει να μείνει ανύπαντρος. Που και που τσίμπαγε καμμιά μεσόκοπη μεθυσμένη πελάτισσα, και είχε και την καβάτζα της Μπρουμχίλντας. Για το Λέναρτ, τα ξέρετε, μη σας κουράζω. Παρατηρούσαν τον κόσμο να περνάει πάνω κάτω, χάζευαν τις πιτσιρίκες, σχολίαζαν τους άλλους τουρίστες. Και οι μπύρες διαδέχονταν η μία την άλλη. Ώσπου σκοτείνιασε...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/1600/heineken%203.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/heineken%203.jpg" border="0" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/34070993-116030427501428378?l=zabelos.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/116030427501428378/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=34070993&amp;postID=116030427501428378&amp;isPopup=true' title='7 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/116030427501428378'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/116030427501428378'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/2006/10/svenska-toffeln_08.html' title=''/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993.post-115980589605981764</id><published>2006-10-02T08:17:00.000-07:00</published><updated>2006-10-02T12:20:48.920-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;h3&gt;Η ιστορία του Svenska Toffeln*&lt;/h3&gt;&lt;br /&gt;&lt;h5&gt;*σουηδικό τσόκαρο-σανδάλι&lt;/h5&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/1600/images-1.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/images-1.jpg" border="0" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γεια σας. Με λένε Σβένσκα Τόφφελν και θα σας διηγηθώ πως πέρασα το περισινό καλοκαίρι. Γύρω στις αρχές Αυγούστου βρέθηκα ζωσμένος στα πόδια του αφέντη μου, του Λέναρτ, να πηγαίνω χαρωπά προς την πτήση charter για Ρόδο. Το ταξίδι είναι μια σωστή γιορτή (γιορτάζω το ότι στο κρύο Γκέτεμποργκ την περνάω κλεισμένος στο σπίτι, αφού ο Λέναρτ προτιμάει τις γαλότσες του) και θα δω καινούρια μέρη, παρέα με τις φίλες μου, τις βαμβακερές άσπρες κάλτσες του Λέναρτ...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/1600/Legs%21-small.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/Legs%21-small.jpg" border="0" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Λέναρτ είναι ένας μεσόκοπος Σουηδός, ούτε όμορφος, ούτε άσχημος, που πρόσφατα χώρισε μετά από 10 χρόνια γάμου. Πέρασε ένα δύσκολο χειμώνα, στενοχωρημένος και μόνος. Του στοίχησε το διαζύγιο. Κάμποσες εκατοντάδες χιλιάδες κορώνες, το Βόλβο και το εξοχικό στο Ερεμπρού. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, την αγαπούσε κιόλας. Και του έλειπε. Η καργιόλα... Και να φανταστείτε ότι ο μόνος σημαντικός λόγος που επικαλέστηκε στο δικαστήριο η λάμια ήταν ότι ο Λέναρτ έκλανε και της προκαλούσε ψυχολογικά προβλήματα. Παρέλειψε να πει η Ελαχέ (στα φαρσί σημαίνει θεά) ότι του μαγείρευε κάθε μέρα αρνάκι με μπαχάρι και του είχε κάνει το έντερο Φαλκονέρα. Αυτός έφταιγε, που την είχε στα ώπα-ώπα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποια μέρα λοιπόν, που ο Λέναρτ γύριζε από τη δουλειά (σαν κλασσικός κάτοικος του Γκέτεμποργκ δούλευε στη φάμπρικα της Βόλβο και είχε μποτιλιαριστεί -όπως κάθε μέρα- στο πήξιμο των 17.30), άκουσε στο ραδιόφωνο μια διαφήμιση από ταξιδιωτικό πρακτορείο. "Ελάτε για ιστιοπλοΐα στα Ντοντεκανές" (έτσι τα λένε εδώ πάνω τα Δωδεκάνησα, τι να κάνουμε), και του μπήκανε ιδέες. Με το που έφτασε σπίτι, άνοιξε τον υπολογιστή και μπήκε στο messenger. Κοίταξε τη λίστα και αμέσως διάλεξε ποιους θα προσκαλούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρώτος ήταν ο Κλάους. Ο Κλάους είναι Γερμανός. Έχει μια μπυραρία στο Μόναχο, είναι ψηλός, ξανθός, με τεράστια μπάκα και του αρέσει στον ελεύθερο χρόνο του να τσιμπάει τον πισινό της αρχι-σερβιτόρας του, της Μπρουμχίλντας. Με το Λέναρτ πρωτογνωρίστηκαν στο Καντίθ, στην Ισπανία, όντας πιτσιρικάδες. Γυρνοβολούσαν στους δρόμους απένταροι και ψιλομεθυσμένοι, ώσπου έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο. Ταίριαξαν αμέσως, καθώς ήταν και οι δύο βορειοευρωπαίοι, τους άρεσε να πλακώνουν τις μπύρες και είχαν απόλυτα ταιριαστές απόψεις για την καλοκαιρινή μόδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/1600/trash-small.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/trash-small.jpg" border="0" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεύτερη ήταν η Σαντρίν. Γαλλίδα, φεμινίστρια, δυναμική και αξύριστη, μακρινή συγγενής του Σαρτρ, με ένα κρουασάν μόνιμα κολλημένο στο χέρι και την υφέρπουσα υποψία ότι είναι λίγο λεσβία. Η Σαντρίν είχε συλληφθεί στο τείχος του Βερολίνου το '89, αφού πήγε να πετάξει μια κοτρώνα σε ένα Γερμανόμπατσο και αντί αυτού πέτυχε στο δόξα πατρί μια Μερσεντέ πεντακοσάρα. Αφού σήκωσε θριαμβευτικά τα χέρια στον αέρα, εισέπραξε το βραβείο για την ευστοχία της. Πέντε ανάστροφες και ρεζερβέ κελί σε μια φυλακή που την έκανε να αισθάνεται σαν φιλοξενούμενη του Άιχμαν. Την ίδια ώρα που την αφήναν ελεύθερη, μερικές μέρες πιο μετά, έβγαινε από τη φυλακή και ο Λέναρτ. Ο κακομοίρης πήγε να πιει μια μπύρα και είχε τη φαεινή ιδέα να περάσει από το τείχος. Είχε έρθει και στο τσακίρ κέφι με τις μπύρες, είδε και την κοτρώνα στο μπαρμπρίζ της Μερσεντέ, έβαλε τα γέλια. Τη συνέχεια τη μαντεύετε. Πέντε ανάστροφες και ρεζερβέ κελί κτλ κτλ. Βγήκαν βόλτα να κλάψουν τη μοίρα τους και κατέληξαν σε ατέλειωτες συζητήσεις για τη λογοτεχνία, την πολιτική και τη Μπριζίτ Μπαρντό. Ταίριαξαν αμέσως, καθώς ήταν και οι δύο πολιτικοποιημένοι, μορφωμένοι και είχαν απόλυτα ταιριαστές απόψεις για την καλοκαιρινή μόδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/1600/Girl%20with%20Shoes_1101.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/Girl%20with%20Shoes_1101.jpg" border="0" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τρίτος και καλύτερος ο Τακαχάτσι. Γιαπωνεζάρας ολκής, νευρωτικός, υπάκουος, ντροπαλός και μόνιμα απορημένος. Όταν έφτασε πρώτη φορά στη Σουηδία, για ένα τεχνικό σεμινάριο, ντρεπόταν να φύγει από την αίθουσα όσο κρατούσε η ομιλία και έτσι, στο διάλειμμα, έτρεξε ημι-μελανιασμένος προς το μέρος του Λέναρτ και τον ρώτησε σε άπταιστα αγγλικά: "Εξκιούζ-μη-καν-γιου-τέου-μη-γουέ-ηζ-μπάθουμ-πουήζ?". Σε κάθε επίσκεψη του Τακαχάτσι, ο Λέναρτ διασκέδαζε να τον πειράζει, να τον τρομάζει, να τον κομπλάρει και γενικά να κάνει όσα θα θεωρούνταν απόλυτα μη πολιτικώς ορθά αν τα έκανε σε κάποιον συμπατριώτη του. Ταίριαξαν, όμως, με το γιαπωνεζούλη καθώς έτρεφαν και οι δύο μια βαθειά αγάπη για την ανθοκομία, τις πένσες από χρωμιομολυβδενιούχο χάλυβα και τα ωδικά πτηνά της Μποτσουάνας. ΟΚ, σας κάνω πλάκα. Αλλά το μαντέψατε ήδη, έτσι? Απλά ο Τακαχάτσι γούσταρε να κυκλοφορεί φορώντας σαγιονάρες...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/1600/cuchisandals.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/cuchisandals.jpg" border="0" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για να μη σας τα πολυλογώ, βρέθηκα μετά από μερικές ώρες να σερνοδιαβαίνω στο λιμάνι της Ρόδου. Αλλά αυτό θα σας το διηγηθώ πιο μετά...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;h5&gt; To be continued... &lt;/h5&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/34070993-115980589605981764?l=zabelos.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/115980589605981764/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=34070993&amp;postID=115980589605981764&amp;isPopup=true' title='7 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115980589605981764'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115980589605981764'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/2006/10/svenska-toffeln.html' title=''/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993.post-115773468418783478</id><published>2006-09-08T09:56:00.000-07:00</published><updated>2006-09-08T09:58:04.200-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>Αχ Λοΐζο, το έλεγες στ’αλήθεια;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχα καιρό να αποκοιμηθώ με μουσική. Κι ο ύπνος ελαφρύς, βιαστικός, ανήσυχος. Ίσως ήταν πιο δυνατά απ’όσο θα ήθελα. Ίσως έφτανε στα αυτιά μου και με κέντριζε τόσο που με κρατούσε σε εγρήγορση. Άνοιξα τα μάτια και άφησα το κεφάλι μου, μέσα στη βουή και την παραζάλη του, να απορροφήσει τα λόγια:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάγωσ' η τσιμινιέρα &lt;br /&gt;κι απ' έξω από την πύλη&lt;br /&gt;εργάτες μαζεμένοι συζητάνε&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προχώρησε η μέρα &lt;br /&gt;με παγωμένα χείλη&lt;br /&gt;σηκώνουν τα πανώ και ξεκινάνε&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέντε καμιόνια στείλαν &lt;br /&gt;στου φεγγαριού τη χάση&lt;br /&gt;και γύρισαν γεμάτα απεργοσπάστες&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γεμάτα ξαναφύγαν &lt;br /&gt;κανείς δε θα περάσει&lt;br /&gt;κάλλιο να πάμε όλοι μετανάστες&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ήρθαν όλα μπροστά στα μάτια μου. Η απογοήτευση, ο καημός, η πείνα, η γκρίνια, το παράπονο. Το φτερούγισμα της ελπίδας για μια καλύτερη μέρα, το σφίξιμο στο στομάχι και το λύσιμο στα γόνατα της πρώτης φοράς στο δρόμο. Τα συνθήματα, τα φέιγ βολάν, η πίστη, η δύναμη, η συντροφικότητα. Η προδοσία, ο στιγμιαίος τρόμος της ανατροπής, η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, τα δακρυγόνα, οι ασπίδες, η τρεχάλα με την ψυχή στο στόμα –Αν πάθω κάτι ποιος θα προσέχει τα παιδιά;- τα βράδια στην ασφάλεια, οι κραυγές, τα ξενυχιάσματα, η Αίγινα. Θα νικήσουμε. Κι ας είναι όλα μπλεγμένα στο μυαλό, κι ας χαμογελάν περίεργα οι απέναντι. Δεν μπορεί, το δίκιο είναι με το μέρος μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέρασε ένας μήνας &lt;br /&gt;οι μηχανές σκουριάζουν&lt;br /&gt;και τα παιδιά κρυώνουν και πεινάνε&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;στους δρόμους της Αθήνας &lt;br /&gt;φειγ βολάν μοιράζουν&lt;br /&gt;εργάτες κι υποστήριξη ζητάνε&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα απόγευμα χάζευα το θείο στην αυλή να διηγείται ιστορίες για τον πόλεμο, την Αντίσταση, τη Χούντα, το Κόμμα. Τα χρόνια που περάσανε, τα χρόνια που χάθηκαν. Τόσες ελπίδες τυλιγμένες σε κόλλες χαρτί, για ένα καλύτερο αύριο, για μια θέση στο δημόσιο. Όνειρα που κύλισαν και σκάλωσαν ανάμεσα σε χορταριασμένες πέτρες. Ελπίδες που κατάντησαν συνθήματα. Συνθήματα που έγιναν κραυγές, παρωδίες, θεριά ανήμερα που δαγκώνουν τα ίδια τους τα σπλάχνα. Παιδιά που νόμισαν, μα ποτέ τους δεν κατάλαβαν. Άντρες που λύγισαν, από φόβο μη δουν τα παιδιά τους λυγισμένα. Κάποιοι σάστισαν και έκαναν στην άκρη. Άλλοι προχώρησαν με πάθος τυφλό και εμπιστοσύνη στα ιδανικά που τους κρατούσαν ζωντανούς. Κάποιοι, τέλος, κρατήθηκαν από αυτό που ονόμαζαν ζωή και ποδοπάτησαν κάθε τι που θα μπορούσε μια μέρα να λέγεται λουλούδι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκόρπιες σκέψεις, σκόρπια συναισθήματα. Χωρίς ειρμό και λογική. Σαν σπόροι παρατημένοι, που αν τους έτρωγε το καναρίνι θα τραγουδούσε άλλη μια φορά γλυκαίνοντας το σούρουπο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε βαριέσαι. Είμαστε ζωντανοί. Κι όσο αγαπάμε αυτά που πήραμε δώρο, κι ας μην προλάβαμε να τα γνωρίσουμε, όσο δε φτύνουμε τις αξίες που μας κάναν αυτό που είμαστε, όσο δε γινόμαστε κι εμείς απεργοσπάστες από μίσος γι’αυτούς που τόλμησαν, ίσως υπάρχει ελπίδα να χτίσουμε ένα κόσμο λιγουλάκι πιο όμορφο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να ανάψω τσιγάρο; Κομμάτια να γίνει. Έχει κι ο καφές ψυχή, θέλει κι αυτός λίγη παρέα. Γλυκιά συντροφιά. Σαν ανάμνηση…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλα σε θυμίζουν &lt;br /&gt;Απλά κι αγαπημένα&lt;br /&gt;Πράγματα δικά σου &lt;br /&gt;Καθημερινά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν να περιμένουν&lt;br /&gt;Κι αυτά μαζί με μένα&lt;br /&gt;Να’ρθεις κι ας χαράξει&lt;br /&gt;Για στερνή φορά…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/34070993-115773468418783478?l=zabelos.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/115773468418783478/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=34070993&amp;postID=115773468418783478&amp;isPopup=true' title='1 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115773468418783478'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115773468418783478'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/2006/09/blog-post_115773468418783478.html' title=''/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993.post-115773130501840605</id><published>2006-09-08T09:00:00.000-07:00</published><updated>2006-09-08T09:01:45.020-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>Αντίο Νονέ...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ζητώ συγνώμη που εισβάλλω σε αυτό το χώρο με κάτι που φέρνει σκέψεις θλιβερές. Πριν καιρό έχασα το νονό μου μετά από πολλά χρόνια ταλαιπωρίας με σοβαρά προβλήματα στην υγεία του. Σαν να μην έφτανε αυτό, ήμουν στην άλλη άκρη της Ευρώπης και δεν μπόρεσα να του πω το τελευταίο αντίο όπως θα ήθελα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν χαρούμενα αγόρια πηγαίναμε σχολείο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με την πινακωτή και το μήλο στην τσάντα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για το μέλλον φοράγαμε ρούχα χαράς&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι προσδοκίες για δόξα και για φήμη!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα ασταμάτητος ο χρόνος σημαδεύει την πορεία μας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και με βαρύ κεφάλι αρνούμαστε το πεπρωμένο μας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντίο όνειρα της δόξας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντίο κάστρα στον ουρανό&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοιτάζω με κουφή μνησικακία το γραφείο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προσπαθώ μάταια να γλιτώσω από τη μονοτονία&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντίο χρόνια της νεότητας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί, γιατί δεν ξαναγυρνάτε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είμαι ένα φθινοπωρινό φύλλο που μέσα στη θύελλα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμίζει το γκρίζο της μέρας,ο χειμώνας κορδώνεται&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γυναίκα αθώα περιμένει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρέα στις μέρες μου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα άδικα ψάχνει,ψάχνει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αγάπη,κι εσύ που έχεις χαθεί;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντίο όνειρα της δόξας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντίο κάστρα στον ουρανό&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παίρνω την πέννα και συνεχίζω να γράφω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάνω ένα λεκέ από μελάνι μου τρέμουν τα δάχτυλα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καλύτερα να ξεχάσεις τις μνήμες γέρικο κορμί μου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όνειρα της δόξας,αντίο...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Addio sogni di gloria (Innocenzi)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Σπύρος που πάντα θα έχω μέσα μου ήταν ένας μαγικός άνθρωπος, γεμάτος από τις ομορφιές της ζωής. Αυτός μου έμαθε τα πρώτα ταχυδακτυλουργικά τρίκ. Λαχταρούσα να πάω σπίτι του να δω τι μου ετοιμάζει! Αυτός μου έμαθε τη μουσική και το θέατρο. Μαζί καθόμασταν στον καναπέ και δακρύζαμε όταν πρωτοάκουσα το παραπάνω τραγούδι, ένα παραδοσιακό ιταλικό. Θυμάμαι τα τριξίματα του δίσκου ένα προς ένα, όπως και το σφίξιμο στο στήθος από το πάθος της μουσικής όταν γύρισα και τον ρώτησα "Να το ξαναπαίξω;".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γι’ αυτό μη με κακίζετε. Δεν είναι θλίψη και κλάμα αυτό το τραγούδι. Είναι το "καλό κατευώδιο", το αντίο για το ταξίδι που όλοι κάνουμε κάποια στιγμή. Οι αναμνήσεις από τα ωραία της ζωής, που κι ας μας λείπουν, ξέρουμε ότι τα ζήσαμε. Αν μπορούν οι ήχοι ενός βιολιού να γεμίσουν ασφυκτικά ένα δωμάτιο, αν μπορεί η μουσική να πετάξει σαν πουλί ως τον ουρανό, αν μπορεί ένας άνθρωπος να ζει για πάντα μέσα σε ένα δάκρυ, τότε αξίζει να ζούμε γιατί όλα είναι δυνατά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντίο Νονέ...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/34070993-115773130501840605?l=zabelos.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/115773130501840605/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=34070993&amp;postID=115773130501840605&amp;isPopup=true' title='1 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115773130501840605'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115773130501840605'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/2006/09/blog-post_115773130501840605.html' title=''/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993.post-115773105751704991</id><published>2006-09-08T08:46:00.000-07:00</published><updated>2006-09-08T08:57:37.530-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>Ci sono dei libri - Έχε γεια κυρ-Ηλία, εγώ θα σε θυμάμαι...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε θυμάμαι την πρώτη φορά που μπήκα στο μαγαζί του. Ήμουν πολύ μικρός. Θυμάμαι όμως πως πάντα ήταν εκεί. Το βιβλιοπωλείο του κυρ-Ηλία. Libri. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι παιδάκι που έκανα τους συνειρμούς με το κολιμπρί, μιας και τότε δεν ήξερα ιταλικά και ποτέ δε μου έκοψε να ρωτήσω τι σήμαινε το όνομα του μαγαζιού. Άλλωστε, όταν είσαι 6-7 χρονών, τα πράγματα γύρω σου δε χρειάζεται να έχουν νόημα. Αρκεί να έχουν υφή, υπόσταση. Μπορεί να ρωτήσεις γιατί το παγωτό είναι κρύο, αλλά θα έχεις ξεχάσει την απάντηση τη στιγμή που η φράουλα θα λιώσει στο στόμα σου...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.estudiantes.info/ciencias_naturales/images/colibri.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px;" src="http://www.estudiantes.info/ciencias_naturales/images/colibri.jpg" border="0" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι και τον κύριο Ηλία, πάντα χαμογελαστό, πάντα καλοσυνάτο, να με κοιτάει πονηρά πίσω από τα γυαλιά με το χρυσό σκελετό. Εκείνο το εξεταστικό βλέμμα, που σε έκανε να νιώθεις ενοχές γιατί 'Έλα βρε Αντωνάκη, δεν χρειάζεσαι ΚΙ ΑΛΛΟ μαρκαδόρο'. Το ίδιο βλέμμα που μεταμορφωνόταν σε χάδι και απαλό σπρώξιμο ενθάρρυνσης στους ώμους κάθε που ξεκίναγε η σχολική χρονιά και τα προβλήματα άρχιζαν ήδη με το πως θα κουβαλήσεις τα βιβλία σπίτι (ναι, πήγαινα σε ιδιωτικό σχολείο και τα αγοράζαμε τα βιβλία...). Αλλά ο κύριος Ηλίας εκεί, χαμογελαστός, να εύχεται καλή χρονιά και να σου μεταδίδει μια αύρα θετική, ότι το διάβασμα δεν είναι κάτεργο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι το βιβλιοπωλείο, ένα διόροφο λαγούμι, με βιβλία να σκεπάζουν κάθε σπιθαμή. Καμμία σχέση με τα υπερλουσάτα πολυκαταστήματα που κάναν το βιβλίο προΐόν. Το Libri ήταν πάντα ένα παλιομοδίτικο, σκοτεινό μαγαζάκι. Στα τόσα χρόνια που πήγαινα εκεί, δεν άλλαξε ποτέ διακόσμηση, μόνο ταπετσαρία (βιβλία έρχονταν και πήγαιναν, μα ποτέ δεν ανακάλυψα τι βρισκόταν από κάτω). &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι ο κυρ-Ηλίας εκεί, πάντα χαρωπός και πρόθυμος, ΠΑΝΤΑ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΟΣ. Δε θυμάμαι να τον ρώτησα για κάποιο βιβλίο και να μην το είχε διαβάσει. Και είναι ο μόνος βιβλιοπώλης που γνώρισα στη ζωή μου με αυτό το γνώρισμα. Δοκιμάστε το ίδιο σε οποιοδήποτε μεγάλο βιβλιοπωλείο. Το μόνο που διαχωρίζει τους υπαλλήλους τους από τον χειριστή φριτέζας σε φασφουντάδικο είναι η απουσία τσίκνας και εκείνου του ηλίθιου καπελίνου...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι που πολλές φορές δεν είχα κάτι συγκεκριμένο να τον ρωτήσω, αλλά πέρναγα από το μαγαζί του για να του πω ένα γεια. Κι αυτός με καμάρωνε, όπως καμάρωνε κάθε παιδάκι που είδε να μεγαλώνει μέσα από το βιβλιοπωλείο του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι που έμενα να χαζεύω τα ράφια, να ξεφυλλίζω τα βιβλία, να ταξιδεύω στις σελίδες. Ένας μικρός Φιλέας Φογκ με χάρτινο αερόστατο...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μες στο κλειστό δωμάτιο μπορείς να βρεις&lt;br /&gt;ό,τι δεν τόλμησες ποτέ να ονειρευτείς&lt;br /&gt;κι ό,τι μέσα σου βαθιά αγάπησες&lt;br /&gt;κι όμως ποτέ δεν είδες να βγαίνει αληθινό&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλα είναι εκεί, εκεί υπάρχουν όλα&lt;br /&gt;μες στο κλειστό δωμάτιο, όλα και τίποτα&lt;br /&gt;αγάλματα θεών λησμονημένων και της Ελένης το πουκάμισο&lt;br /&gt;όλα είναι εκεί κι άλλα πολλά, που κάποτε φαντάστηκες&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο φόβος του Χριστού στον κήπο της Γεθσημανή&lt;br /&gt;τα βήματα της θλίψης του, της αίγλης του το φως&lt;br /&gt;το αίμα των θυσιασμένων και οι χαμένοι στόχοι τους&lt;br /&gt;το ψύχος το δριμύ των χωρισμών&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το διαμαντένιο αηδόνι του βασιλιά της Κίνας&lt;br /&gt;σινιάλα από φάρους που σβηστήκαν&lt;br /&gt;και μαγικά τοτέμ από άγνωστες φυλές&lt;br /&gt;κι εφηβικά κορμιά και καλοκαίρια γαλανά&lt;br /&gt;θάνατοι και φωτιές κι αόρατη ομορφιά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μες στο κλειστό δωμάτιο υπάρχουν όλα&lt;br /&gt;αν έχεις μάτια να τα δεις, αν έχεις χέρια να τ' αγγίξεις&lt;br /&gt;μπορείς να βρεις κλειδί να ξεκλειδώσεις τη σιωπή τους&lt;br /&gt;αρκεί να πας, ολάνοιχτος, γυρεύοντάς τα...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι που νόμιζα ότι μπορούσα να το δω αυτό το διαμαντένιο αηδόνι. Θυμάμαι το βιβλιοπωλείο του κύριου Ηλία...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι λυπηρό να βλέπεις ατόφια κομμάτια της παιδικής σου ηλικίας να χάνονται. Κι ας σε παρηγορεί το γεγονός ότι σε ποτίσανε, σε χαράξαν ώστε να επιβιώσει μια ρανίδα τους μαζί σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντίο κυρ-Ηλία, αντίο Libri...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://enoikiazetai.uoi.gr/_images/label.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px;" src="http://enoikiazetai.uoi.gr/_images/label.jpg" border="0" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/34070993-115773105751704991?l=zabelos.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/115773105751704991/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=34070993&amp;postID=115773105751704991&amp;isPopup=true' title='1 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115773105751704991'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115773105751704991'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/2006/09/ci-sono-dei-libri.html' title=''/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993.post-115773011139016819</id><published>2006-09-08T08:37:00.000-07:00</published><updated>2006-09-08T08:41:51.396-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>Ω αγαπημένο μου παιδί...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι η μοναχική ιστορία του βοσκού&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το καημένο αγόρι ήθελε να τη διηγηθεί&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και αποκοιμήθηκε...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η λήθη στον ύπνο ταιριάζει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πώς θά' θελα κι εγώ έτσι να αποκοιμηθώ...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τη λήθη να βρω μέσα στον ύπνο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόνο ειρήνη γυρεύω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας μπορούσα να ξεχάσω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όμως μάταια προσπαθώ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακόμα βλέπω μπροστά μου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;το γλυκό της πρόσωπο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γαλήνη με έχει ξεχάσει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί να πρέπει να πονώ;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνη! Πάντα στην καρδιά μου μιλά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μοιραία οπτασία άσε με!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με πονάς τόσο πολύ, αλοίμονό μου... &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Φεντερίκο θρηνεί για την αγάπη του που τον άφησε δίχως να σκεφτεί. Φεύγει μακριά από το σπίτι του για να γλυτώσει από τον πόνο, τα πάντα γύρω του όμως του θυμίζουν αυτήν… Πόσες φορές μια τέτοια ιστορία δεν έχει ακουστεί; Κι όμως ποτέ δεν καταντά κοινότυπη. Γιατί τα παραπάνω είναι λόγια που όλοι θα θέλαμε να έχουμε τραγουδήσει, όλοι τα έχουμε νιώσει. Η διαφορά είναι ότι, στην περίπτωσή μας, ο Φεντερίκο δεν είναι ο μορφονιός από την Arles, αλλά ο José Carreras και η θεία ερμηνεία του ανυψώνει το τραγούδι πολύ πάνω από τα σανίδια της σκηνής. Δεν είναι τα πλουμιστά κουστούμια ή τα ευφάνταστα σκηνικά. Το μεγαλείο της όπερας είναι αυτή η μαγεία του ανθρώπου που δημιουργεί κάτι ανώτερο από τον ίδιο του τον εαυτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η  όπερα στις μέρες μας είναι ένα πολύ παρεξηγημένο μουσικό ιδίωμα. Πολλοί τη θεωρούν μουσική για τους πλούσιους και τους σνομπ, άλλοι την αντιμετωπίζουν σαν ένα μάτσο ακαταλαβίστικες στριγγλιές από μια χοντρή με αστείο μακιγιάζ. Η συνηθισμένη δικαιολογία είναι ‘Μα δεν καταλαβαίνω τι λένε…’. Είναι όμως τόσο σημαντικό; Αναμφίβολα, υπάρχουν στιγμές στιχουργικού μεγαλείου σε αναρίθμητες όπερες, μα δεν είναι αυτό που τις κάνει ξεχωριστές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η αγάπη σε προφυλάσσει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από το να μην αγαπάς&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το απαλό σου χέρι που με απωθεί&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ψάχνει τη ζεστασιά του δικού μου χεριού&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα μάτια σου λένε σε αγαπώ &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενώ τα χείλη σου μου λένε&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν θα σε αγαπήσω…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε αυτή την aria από τη Fedora του Giordanno — τη συντομότερη aria που γράφτηκε ποτέ - κρύβεται το μυστικό της παγκόσμιας απήχησης του λυρικού θεάτρου. Aria, αέρινη μουσική, άυλη, αιθέρια, μαγευτική. Δεν μπορείς να την ακουμπήσεις, μα την αναπνέεις γιατί την έχεις ανάγκη. Η όπερα ήταν από τα γεννοφάσκια της συνυφασμένη με το θέατρο. Αν θέλετε, ήταν το musical περασμένων εποχών, με αυτοκράτορες, αυλές, συνωμοσίες, έρωτες. Μπορεί ο Mozart να έγραψε την Απαγωγή από το Σαράι κατ’ εντολή του Αυτοκράτορα της Αυστρίας, στο μυαλό του όμως είχε τον απλό λαό που ήθελε να διασκεδάσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κόσμος είχε την πολυτέλεια να απολαμβάνει μια μορφή τέχνης λαϊκή τότε, που όμως άντεξε στο πέρασμα του χρόνου χάρη στην αυθεντικότητά της. Στην πλειοψηφία τους ιστορίες αγάπης, οι όπερες ήταν κατανοητές από τον απλό κόσμο ακριβώς γιατί μιλούσαν για καταστάσεις που όλοι βιώνουν. Και, επειδή τίποτε δε γίνεται τυχαία, οι πιο ρομαντικές άριες ευτύχησαν να τραγουδηθούν από λυρικούς τραγουδιστές τόσο προικισμένους που θαρρείς πως και ο ήλιος στέκεται στον ουρανό και δεν δύει μέχρι να ακούσει και τις τελευταίες νότες… Ποιος καταλαβαίνει τι τραγουδά το αηδόνι; Και ποιος θα πει πως το αηδόνι δεν τραγουδά μεθυστικά;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γέλα παλιάτσο για τη χαμένη αγάπη σου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γέλα για τον πόνο που σου τυραννά την καρδιά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είσαι μόνο ένας άνθρωπος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φόρα την κάπα σου και την αλευρωμένη φάτσα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κόσμος πληρώνει και θέλει να γελάσει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αν ο αρλεκίνος σου έκλεψε το καπέλο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γέλα παλιάτσο και ο κόσμος θα χειροκροτήσει…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ιστορίες πόνου, θλίψης, αποχωρισμού. Πόλεμοι και διεκδικήσεις, προδοσίες, θάνατος, ζωή, ότι μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος μπορεί και να τραγουδηθεί. Όταν ο Radamés μαθαίνει ότι πρέπει να πάει σε πόλεμο ενάντια στο στρατό της Αιθιοπίας, η αγάπη του για την Aida, την κόρη του Αιθίοπα βασιλιά, τον λυγίζει. Το βάρος της επιλογής είναι μεγάλο, το δίλημμα πικρό. Δε θέλει να πολεμήσει την πατρίδα της αγαπημένης του, μα η ευκαιρία του να την πάρει κοντά του βρίσκεται στο να ηγηθεί του αιγυπτιακού στρατού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν ήμουν εγώ ο πολεμιστής&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν τα όνειρά μου βγαίναν αληθινά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα στρατό από άντρες θαρραλέους να οδηγήσω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλες τις νίκες στη Μέμφιδα να αφιερώσω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και σε σένα, γλυκιά Aida&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επιστρέφοντας σε δάφνες τυλιγμένος&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να πω πως για σένα πολέμησα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για σένα νίκησα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αιθέρια Aida, θεϊκή μορφή&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μυστικέ μου κήπε με φως και άνθη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είσαι η βασίλισσα της σκέψης μου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είσαι η εκπλήρωση της ζωής μου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θέλω τον ουρανό που αξίζεις να σου δώσω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τη γλυκιά αέρινη πνοή της πατρίδας σου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να βάλω ένα λουλούδι στην καρδιά σου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και να σου χτίσω ένα θρόνο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δίπλα στον ήλιο &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Aida, διχασμένη ανάμεσα στον έρωτα και την πατρίδα, αφήνει τα συναισθήματά της να την κατακλύσουν και στέλνει στο Radamés μια ευχή που πονά μα απελευθερώνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γύρνα νικητής&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από τα χείλη μου γλιστρούν αυτά τα λόγια&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νίκησε τον πατέρα μου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και το στρατό που την πατρίδα μου φυλά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το παλάτι μου και το όνομα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Που είναι ο ουρανός, η δύναμή μου!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νίκησε τα αδέρφια μου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να δω το αίμα τους στα χέρια σου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι εσύ θριαμβευτής&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τις επευφημίες του στρατού σου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σύρε πίσω από το άρμα σου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σα σκλάβο τον πατέρα μου!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θεοί τα τρελά μου λόγια ξεχάστε! &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα τι λέω; Και η αγάπη μου;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπορώ να ξεχάσω την αγάπη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Που με σκλαβώνει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν ακτίνες του ήλιου που με ευλογεί;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρέπει να ζητήσω θάνατο από το Radamés&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτόν που παντοτινά αγαπώ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποτέ μια καρδιά στον κόσμο ετούτο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από τόση σκληρότητα δεν πληγώθηκε!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θεοί! Συμπόνια δείξτε στη συμφορά μου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ελπίδα στο θρήνο μου δε βρίσκω&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μοιραία αγάπη, ατέρμονη αγάπη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την καρδιά μου σπάσε&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;‘Η σκότωσέ με… &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποιος θα μείνει ασυγκίνητος μπροστά σε μια τέτοια ιστορία; Οι ερμηνείες δίνουν μια διάσταση θεϊκή στα λόγια αυτά. Και καθώς η νύχτα πέφτει, το κορμί λυγίζει από το δυσβάσταχτο πόνο, οι σκιές μακραίνουν στους πέτρινους τοίχους. Ας ήταν να αλλάξουν οι θεοί την καταραμένη μοίρα, ας ήταν ο ήλιος να ζεστάνει το υγρό και παγωμένο δωμάτιο. Υπάρχει ελπίδα; Μπορεί η λύτρωση να απαλύνει τη δυστυχία; Ξαφνικά, ένα φλάουτο… Κανείς δεν πρόκειται να κοιμηθεί στο Πεκίνο μέχρι να μάθει η πριγκίπισσα Turandot το όνομα του Calaf, του άγνωστου πρίγκιπα. Μα, αλίμονο! Αν το όνομά του μαθευτεί πριν την αυγή, ο Calaf ξέρει πως τον περιμένει ο θάνατος…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κανείς δεν κοιμάται&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ούτε εσύ πριγκίπισσά μου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μέσα στην κρύα σου κάμαρα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοιτάς τα αστέρια που τρέμουν από αγάπη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και από προσμονή&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα το μυστικό μου είναι καλά κρυμμένο μέσα μου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το όνομά μου κανείς δε θα μάθει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στα χείλη σου θα το πω &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν πια το φως θα λάμπει!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εξαφανίσου νύχτα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τρεμοσβήστε άστρα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με την αυγή θα σε κερδίσω! &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κλείστε τα μάτια και αφεθείτε. Το πιο γλυκό ηλιοβασίλεμα δεν είναι αυτό που βλέπουμε στον ορίζοντα. Είναι αυτό που κάνει την καρδιά να χτυπά με ζεστασιά…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/34070993-115773011139016819?l=zabelos.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/115773011139016819/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=34070993&amp;postID=115773011139016819&amp;isPopup=true' title='1 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115773011139016819'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115773011139016819'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/2006/09/blog-post_115773011139016819.html' title=''/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993.post-115772982720871476</id><published>2006-09-08T08:32:00.000-07:00</published><updated>2006-09-08T08:37:07.236-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>Ο έρωτας λυτρώνει μωρή...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ώρα πήγε τέσσερις αλλά εσύ εκεί, σκαρφαλωμένη στη μπάρα, τσακίρ κέφι και ώπανινανάι, λικνίζεσαι στους τσαχπίνικους ρυθμούς ενός ακόμα τσιφτετελιού. Έχεις πιει ατέλειωτα κερασμένα σφηνάκια, έχεις κουνήσει τους γοφούς σου πιο πολλές φορές κι από τα σκαμπανεβάσματα της Σοφοκλέους, έχεις στριγγλίσει όλους τους στίχους από τα άσματα που ο μελαχρινός ψιλογύφτουλας DJ παίζει όλο το βράδυ και έχεις χαμογελάσει στον κάθε λιγούρη λαμέ που πάει να σου την πέσει. Η βραδιά πήγε καλά, μα θα τελειώσει ακόμα καλύτερα αν πάρεις σπίτι το τεκνό που σε τσεκάρει διακριτικά από απέναντι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάνω, λοιπόν, που πας να δικαιώσεις τα λεφτά που έσκαγαν οι γονείς σου στο Gene Kelly και να ρίξεις την τελειωτική πιρουέτα που θα τον κάνει δικό σου, βλέπεις κάτι που σε κάνει να χάσεις την ισορροπία σου και να προσγειώσεις τον Bolsoi πισινό σου στο μπολ με τα φιστίκια. Το τεκνό θέλει τεκνά, τέκνο μου...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κόντρα στα σημάδια, εσύ θεώρησες ότι τον είχες σίγουρο γιατί γύρισε και σε κοίταξε. Ας ήταν ντυμένος στην πένα, ας είχε άψογο χτένισμα και μανικιούρ, ας παρήγγειλε Cosmopolitan στο μπάρμαν κλείνοντάς του το μάτι. Κανένας ποτέ δεν αντιστάθηκε σε σένα Κικίτσα, ιδιαίτερα στο θέαμα των σμιλεμένων σου γλουτών (μασαζοκαλσόν, Telemarketing 30 ευρώ), του λεοπάρ φορέματος (feaux animal print ζώνη μπλουτζίν, Ρίτσα εποχιακά 25 ευρώ), των χρυσαφί ψηλοτάκουνων (J Huang Bournazos, απομίμηση στο κινέζικο της γειτονιάς σας 7 ευρώ) και της ξανθής ατίθασης χαίτης (3 κιλά λακ και μία μάσκα με αυγό, λάδι και σπαράγγια, Κομμώσεις Κούλης 150 ευρώ). Θεώρησες ότι όλες οι χορευτικές κινήσεις που τελειοποιούσες τόσα χρόνια βλέποντας Πρωινό Καφέ και Pokemon μπορούν να λυγίσουν κάθε άντρα. Θεώρησες πως θα τον κάνεις να τρώει από το χέρι σου. Φάε τη σκόνη του τώρα, καθώς φεύγει με άλλο ένα τεκνό και πάνε να παίξουν τις κουμπάρες, ενώ εσύ παριστάνεις τη θεία από το Σικάγο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σας παραθέτω την ομοφοβική ιστορία των πικραμένων γυναικών ανα τους αιώνες:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η παλαιολιθική εποχή (από τότε φαινόταν ότι στολίζει τον τυραννόσαυρο)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κόντρα στις τάσεις της εποχής και στη μόδα που επέβαλε το κυνήγι των δεινοσαύρων, εσύ τον άντρα τον ήθελες προσεγμένο. Ο Άααργκ, που έμενε στην ίδια σπηλιά με τον Ούγκχχ και τον Ιγιάαακχχ, ήταν διαφορετικός. Δεν βρομούσε, γιατί τριβόταν κάθε μήνα (παλαιολιθική εποχή είναι, μην τρελαθούμε κιόλας) με άμμο από αυτή που είχε δίπλα στο ποτάμι και έφευγε η μάκα. Δεν είχε μαύρα νύχια, γιατί έτρωγε χρησιμοποιώντας κλαδάκια και έβγαζε τα κακκάδια από τα νύχια του με ένα κοκαλάκι σκίουρου. Δεν είχε ανακατεμένα μαλλιά γιατί τα ξέμπλεκε με μια σπάλα από αρουραίο. Και το κυριότερο, ποτέ μα ποτέ δεν κυνηγούσε κορίτσια με το ρόπαλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα βράδυ αποφάσισες να το σκάσεις από τη δική σου σπηλιά, την ώρα που ο μπαμπάς ασχολούνταν με τη μαμά, και να πας να τον βρεις. Όταν μπήκες στη σπηλιά του τα έχασες. Ο Άααργκ, ντυμένος με λαμπερά δέρματα από τον Γυαλιστερόσαυρο που οι υπόλοιποι είχαν σκοτώσει το πρωί, έκανε βαριετέ για τα αδέρφια του που, σκασμένοι στα γέλια, του έφτυναν άντερα αντιλόπης και κοψίδια ορνιθόρυγχου (κομπλιμέντο σημαντικό για την παλαιολιθική εποχή, εφάμιλλο με τα γαρίφαλα στις σύγχρονες πίστες). Σε μια συναισθηματική κορύφωση του σόου, οι άλλοι κάλυψαν τα κεριά και μέσα στο ημίφως τραγούδησε το 'Όταν θα βγεις στον πηγεμό για το Λοχ Νες, πάρε μας μαζί σου, είμαστε βολικές'...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η βιβλική εποχή (καλέ, ποιος κουνάει τη βάρκα;)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον έβλεπες κάθε μέρα και θαύμαζες τα μπουκλωτά ασημένια μαλλιά του, το συνοφρυωμένο πρόσωπο και την κόκκινη μύτη. Οι ιστορίες που διηγούνταν για τα ταξίδια του έξω από τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας σε έκαναν να ονειροπολείς. Φανταζόσουν αυτό τον καπετάνιο καραβοκύρη στο κορμί σου και σε έπιανε σύγκρυο. Μπορεί να είχε τατουάζ με γυμνές εξωτικές καλλονές, μπορεί να έπινε λίγο παραπάνω, μπορεί και να είχε τσιμπήσει κανα αφροδίσιο στην Κουάλα Λουμπούρ, τότε που ξεφορτώνανε σκραπ και μείνανε 15 μέρες στη ... (η λέξη απουσιάζει γιατί η Μαλαισία δεν ήταν τότε γνωστή στο δυτικό κόσμο). Τον ήθελες. Ένα βράδυ άκουσες κάτι εβραίες να μουρμουρίζουν. Τις πλησίασες και συνειδητοποίησες ότι λέγανε κάτι για το δελτίο καιρού. Προβλέπεται καταιγίδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τυλίχτηκες με το χιτώνα σου και γύρισες σπίτι. Η βροχή άρχισε να πέφτει και δε σταμάτησε μέχρι που πλημμύρισαν τα πάντα. Πανικόβλητη έψαχνες για έξοδο και σκέφτηκες να ανοίξεις το παράθυρο και να πηδήξεις έξω (τι διάολο, δεν υπήρχαν τότε πολυόροφα). Εκεί έμεινες κάγκελο. Έξω από το σπίτι σου, στην πλημμυρισμένη κεντρική λεωφόρο του χωριού, περνούσε μια μεγάλη ξύλινη κιβωτός. Πάνω στο κατάστρωμα διέκρινες κάθε είδους ζώα σε ζευγάρια. Και ψηλά, στη γέφυρα, διέκρινες καπετάνιο τον ανομολόγητο έρωτά σου να χαμογελάει κοιτώντας τον ορίζοντα. Άρχισες να κουνάς τα χέρια σα μανιακή και να χοροπηδάς στο περβάζι. Τότε εμφανίστηκαν στην κουπαστή πολλά όμορφα αγόρια, δύο αδέρφια (ο ένας φώναζε τον άλλο Άβελ καθώς του έμπηγε το μαχαίρι στο σβέρκο), ένας φρεσκοκουρεμένος που κοίταγε τα μούσκουλά του και γκρίνιαζε ότι δεν έχει αρκετή δύναμη, ένας μουσάτος με χλαμύδα που μάταια κουνούσε το ραβδί του προσπαθώντας να ανοίξει τα νερά για να προσαράξουν και τρεις παίδαροι με ένα φούρνο μικροκυμάτων. Όλοι χοροπηδούσαν και στρίγγλιζαν υστερικά Ουυυυυυ ουυυυυυυυ καθώς σου ανταπέδιδαν το χαιρετισμό. Πριν πνιγείς στα βρόμικα νερά πρόλαβες να διακρίνεις την πινακίδα στο πίσω μέρος της κιβωτού. Νώε, καυτές κρουαζιέρες...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κλασική εποχή (έρως ανίκατε μάχαν, ος εν πισινές παρειές νεανία ελοχεύεις)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγα πράγματα δεν έχουν ειπωθεί ακόμα για τα σμιλεμένα σώματα των νέων που έπαιζαν κεφαλοκλείδωμα στις παλαίστρες μαθαίνοντας φιλοσοφία. Αλειμμένοι με λάδια και μύρο, με ένα στεφάνι ελιάς στο αυτί και τσαχπινιά στο μάτι, σφιχταγκαλιάζονταν και προσπαθούσαν να ρίξουν αλλήλους στο καναβάτσο. Ο Σωκράτης προσπαθούσε να ψελλίσει κάτι περί ρητορικής ερώτησης ενώ του έτρεχαν τα σάλια, ο Πλάτωνας έκλεινε το μάτι στον Περικλή που προσποιούνταν ότι έγραφε νόμους (ανάμεσα στα τεφτέρια του είχε κρυμμένο το τελευταίο τεύχος του Κρώξιμο, τα της φιλοσοφίας μάταια γαρ καθίστανται τοιούτου παιδαρέως διατεθειμένου) και ο Φειδίας σχεδίαζε το Erectio (η λογοκρισία και ο εξελληνισμός τον ανάγκασαν να αντικαταστήσει τους φαλλούς με Καρυάτιδες και να το βαφτίσει Ερέχθειο).Κάποια στιγμή όμως, ο Αγησίλαος ο καντινιέρης της παλαίστρας άνοιξε το ραδιόφωνο και όλοι έμειναν αποσβολωμένοι με την είδηση. Ο βασιλεύς της Ιθάκης συνελήφθη να παίζει τσιγκολελέττα με τους υποψήφιους αντικαταστάτες του στα ανάκτορα κατά την επιστροφή του από πολύμηνο ταξίδι στην εξωτική Τροία. Η σύζυγος υπέστη νευρικό κλονισμό και νοσηλεύεται εκτός κινδύνου σε ναό της Αφροδίτης της ανδροχωρίστρας στην ηρωικήν Λεμεσσόν...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ρωμαïκή εποχή (πωπωωω, ο Καίσαρας τον έχει κολοσσαίο)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθε που σκοτείνιαζε, ο μέγας στρατηλάτης, η αυτού μεγαλειότης, ο κατακτητής των πάντων, ο Ιούλιος Καίσαρας αποτραβιόταν στο παλάτι του και διοργάνωνε ρωμαïκά όργια (καμιά σχέση με σταφύλια και ξερατά, μόνο μανάρια και ξεφωνητά). Πάνω στα ανάκλιντρα αναστέναζε η γερουσία, άλλος από ηδονή κι άλλος από λουμπάγκο (είπαμε, γερουσία ήταν, δεν τα σηκώνανε όλοι τα ακροβατικά). Ο Ιούλιος, ή για όσους του είχαν πιο πολύ θάρρος Ιουλία, καθόταν στο θρόνο του και απολάμβανε ένα θέαμα που θα έκανε και τον πιο τολμηρό παρατηρητή της ιστορίας να χλωμιάσει. Τοίχο με τοίχο διακόσμηση από Ρωμαίους και πληβείους, λεγεωνάριους και καμαρώτους, γοργόνες και μάγκες να γιορτάζουν την τελευταία κατάκτηση της λεγεώνας. Κάποια στιγμή, αποκαμωμένος από το οφθαλμόλουτρο και τις τσιρίδες, σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του. Εκεί τον περίμενε μια έκπληξη. Ο Βρούτος στα τέσσερα παρίστανε το Βουκεφάλα και ο Καλλιγούλας με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά την είχε δει Μεγαλέξανδρος. Αυτό που τον αποτέλειωσε ήταν τα λόγια που ανταλλάσσανε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βρούτος- Κάνε γρήγορα μη μας πιάσει. Σε θέλω. Ο κύβος ερρίφθη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καλλιγούλας- Ήλθον, είδον και εκσπερμάτισον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Καίσαρας έπεσε στο πάτωμα από το εγκεφαλικό και το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ήταν Αχ, κι εσύ με το τεκνό μου το Φρούτο;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η αναγέννηση (τι τρούλος είναι αυτός που ζωγράφισες μωρή; Δεν το πιστεύω!)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά από ένα δυσβάσταχτο Μεσαίωνα, με μαύρη πανώλη, Ιερά Εξέταση (καίγανε ότι μάγισσα, αναρχικό και τραβεστί έβρισκαν μπροστά τους) και ΥΕΝΕΔ, απλώθηκε στην Ευρώπη το κίνημα της Αναγέννησης. Πολλοί το είδαν σαν εξύμνηση της φυσικής ομορφιάς, επιστροφή στην υγεία και τις αναλογίες, πρόοδο της επιστήμης και έμπνευση για τη μοναστηριακή ψαλμωδία. Άλλοι θα μιλήσουν βέβαια για χοντρές γυναίκες, παλαβομάρες που σχεδίαζε ο Ντα Βίντσι μαστουρωμένος, μονότονα τραγούδια των Enigma και συνέχιση της καθολικοκρατίας κάτω από λιγότερο καταπιεστικά καθεστώτα, αλλά τι ξέρουν αυτοί ε; Εσύ πάντα αγαπούσες έναν άνθρωπο. Το Μικελάτζελο. Τρέχατε γυμνοί στο λιβάδι όπου σου έλεγε πόσο της μόδας είναι τα χοντρά σου καπούλια, κάνατε έρωτα σε ερημικά ξωκλήσια και ονειρευόσασταν το μέλλον. Πέταξες από χαρά όταν σου ανακοίνωσε ότι του ανέθεσαν να κατέβει στο Βατικανό να ζωγραφίσει για μια εκκλησία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθε μέρα τον περίμενες καρτερικά να γυρίσει πασαλειμμένος με μπογιές και ποτέ δεν τον ρώτησες γιατί δε σου έκανε πια έρωτα. Κουραζόταν πολύ, όλη μέρα σκαρφαλωμένος στις σκαλωσιές. Είχε γίνει και γνωστός ήδη και τον ενοχλούσε που όλοι στο δρόμο του έκλειναν το μάτι. Μια μέρα όμως δεν άντεξες. Κατέβηκες στην πόλη ώστε να πας να του πεις πόσο σου έχει λείψει. Μπαίνοντας στον καθεδρικό είδες πλήθος κόσμου να ξεσβερκιάζεται κοιτώντας ψηλά με το στόμα να χάσκει. Έστρεψες το βλέμμα σου προς το θόλο και έμεινες άφωνη. Κάτω από το μανδύα του, ο αντρούλης σου κουνούσε χαριτωμένα τους δίδυμους τρούλους του σε κοινή θέα. Να γιατί δε φορούσε εσώρουχα. Κι εσύ που νόμιζες πως τον αγκύλωναν όταν ανέβαινε στη σκαλωσιά και του χαλούσαν την έμπνευση. Έφυγες κλαίγοντας καθώς κάποιος του σφύριξε αποκαλώντας τον Χελωνονιντζάκι μου...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η τουρκοκρατία (καλέ, σουβλίστε με και μένα)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λόγω σεβασμού στην ιστορία του τόπου μας και της δυσκολίας στο να επιβεβαιωθούν οι πηγές μας, αναφέρουμε τάχιστα και με κάθε επιφύλαξη ότι εικάζεται πως οι Σουλιωτοπούλες αυτοκτόνησαν από αγανάκτηση, καθώς ο Οδυσσέας Ανδρούτσος σούβλιζε τον Αθανάσιο Διάκο, την ώρα που ο Κανάρης έφτυνε τη Μπουμπουλίνα για να παίξει τα ναυτάκια με το Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κατοχή (μέχτεν ζί έσεν μάιν βουρστ;)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε μία εποχή που άνθισε η καταπίεση, η πείνα, η ρουφιανιά και τα ξανθά παλικάρια της Wermacht, δεν θα μπορούσαν να λείψουν αυτοί που εκμεταλλεύτηκαν τις συγκυρίες για να πουν τον Αδόλφο... Αδέλφω! Εσύ ήσουν μια πιστή πατριωτοπούλα που τα βράδια φορούσες τη γαλάζια εφαρμοστή στολή σου και έβγαινες παγανιά για να σκοτώσεις αξιωματικούς του Ράïχ. Είχες αναμετρηθεί με επικίνδυνους αντιπάλους σαν τη Φροüλάιν Χ και το Σεïτάν Αλαμάν, είχες πάει στο Ελ Αλαμέιν για να σταθείς στο πλευρό των συμμάχων και έψηνες κάθε μέρα μπομπότες που μοίραζες στα ορφανά παιδάκια της γειτονιάς σου. Στις κρυφές συναντήσεις με τα μέλη της οργάνωσης μαζευόσασταν σε ένα υπόγειο λαγούμι που είχατε σκάψει πίσω από τους στύλους του Ολυμπίου Διός και ακούγατε τη μελλοντολόγο-μέντιουμ που χάιδευε την κρυστάλλινη σφαίρα της και μουρμούριζε σε έκσταση λόγια από το μέλλον...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χωρίς να γνωρίζω κανέναν&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι ούτε κανένας με γνώριζε&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχες ταχτεί στον αγώνα. Δε σε ένοιαζε για τη ζωή σου. Μόνο για την πατρίδα. Έτσι γνώρισες κι αγάπησες το Γιώργο. Αυτό το άξιο πατριωτόπουλο, αυτό τον αφοσιωμένο αγωνιστή, αυτό το παλικάρι με τα μελαχρινά μαλλιά και τις αέρινες κινήσεις που ήξερε πως να στριφογυρίσει ένα Γερμανό πάνω από το κεφάλι του και να τον ξαπλώσει αναίσθητο ή πως να ακινητοποιήσει αιμοβόρικα Ντόμπερμαν με ένα σφύριγμα. Μετά τις συναντήσεις και όταν δεν ήταν πολύ επικίνδυνο, γλιστρούσατε σαν τις σκιές μέχρι το βράχο της Ακρόπολης όπου καθόσασταν και μπαλαμουτιαζόσασταν μέχρι την ανατολή. Το ρομαντικό ήχο από τα τριζόνια χαλούσε το σποραδικό Halt! και η εκπυρσοκρότηση του Luger κάπου στο βάθος, τα βογγητά αυτού που είχε προσπαθήσει να ξεφύγει και έπεφτε αιμόφυρτος, καθώς και ο ήχος από άλεσμα που έκαναν τα σαγόνια του καλύτερου φίλου του Γιώργου καθώς μασουλούσε τις λεμονόκουπες που είχε μαζέψει από τα σκουπίδια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα βράδυ που έβρεχε μονότονα, καθόσουν στο σπίτι και ξεσκόνιζες τους κουραμπιέδες με τα κρυμμένα εκρηκτικά όταν ένας βρόντος κόντεψε να γκρεμίσει την εξώπορτα. Ο Σπίθας, ο φίλος του Γιώργου, έστεκε μουσκεμένος στο κεφαλόσκαλο. Στο χέρι του κρατούσε σφιχτά μια φωτογραφία. Την πήρες στα χέρια σου και κόντεψες να λιποθυμήσεις, καθώς αντίκρισες το Γιώργο ντυμένο Λάιζα Μινέλι να κάνει καμπαρέ στη Νυρεμβέργη. Μάλιστα στην πρώτη σειρά των θεατών καθόταν ένας κοντός ένστολος με μουστάκι αγκαλιασμένος με έναν που έμοιαζε ψυχοπαθής και κράταγε μια σύριγγα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με αυτά και με εκείνα πέρασαν οι αιώνες και οι γυναίκες ακόμα καταβάλλουν απέλπιδες προσπάθειες να ξαναφέρουν κοντά τους τα παραστρατημένα αγόρια, αυτά τα παιδιά που δε γίνονται άντρες, που θα μπορούσαν να είναι παιδιά σου. Ο Άααργκ, ο Νώε, ο Οδυσσέας (από την Ιθάκη κι ουχί από το... Κάιρο), ο Γιώργος Θαλάσσης και όλοι οι επιφανείς και αφανείς «ήρωες» διάλεξαν ένα δρόμο δύσκολο, σκοτεινό, γεμάτο βαζελίνη, φτερά, πούπουλα και κολασμένες νύχτες με tango στο Blue Oyster Club. Εσείς τι λέτε; Θα τα καταφέρουν;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/34070993-115772982720871476?l=zabelos.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/115772982720871476/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=34070993&amp;postID=115772982720871476&amp;isPopup=true' title='2 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115772982720871476'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115772982720871476'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/2006/09/blog-post_08.html' title=''/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-34070993.post-115772852748949386</id><published>2006-09-08T08:12:00.000-07:00</published><updated>2006-09-08T08:23:50.506-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;a href="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/1600/antzatar.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg" border="0" alt="" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Κι έτσι αρχίζει άλλη μια μικρή κυβερνοΐστορία... Καλώς ήρθατε στο πρώτο blog της ζωής μου. Ελπίζω αυτά που θα διαβάζετε εδώ να σας αρέσουν, ή, αν δε σας αρέσουν να σας εμπνεύσουν τουλάχιστον...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/34070993-115772852748949386?l=zabelos.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://zabelos.blogspot.com/feeds/115772852748949386/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=34070993&amp;postID=115772852748949386&amp;isPopup=true' title='2 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115772852748949386'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/34070993/posts/default/115772852748949386'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://zabelos.blogspot.com/2006/09/blog-post.html' title=''/><author><name>zabelos</name><uri>http://www.blogger.com/profile/13944432815597044954</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://photos1.blogger.com/blogger/3032/3749/320/antzatar.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry></feed>
